Ταυτότητες – από νάιλον σηκώνουμε σημαία πλαστική

Βλέποντας αυτήν την μεγάλη πολύχρωμη σημαία των ΛΟΑΤΚ στις παρελάσεις που έκαναν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με όλη αυτήν την βεβιασμένη χαρά, με τους πολιτικούς να έχουν φορέσει το καλύτερο χαμόγελό τους ή το πιο συγκαταβατικό τους, σκέφτηκα και τα εξής, πέρα από την αίσθηση της γελοιότητας που μου μετέδωσαν αυτές οι εικόνες:

  • Τώρα πλέον οι μαζώξεις ανθρώπων δεν είναι ποτέ γενικής απεύθυνσης. Αυτό υπάρχει μόνο στα πανηγύρια, στα χωριά. Στις πόλεις ο κόσμος έχει διασπαστεί σε φυλές: μουσικές, ιδεολογικές, κομματικές, θρησκευτικές, εθνικής προέλευσης.
  • Σήμερα, ακόμα και αυτές οι φυλές που συγκεντρώνουν μικρό ποσοστό ανθρώπων στους κόλπους τους έχουν την τάση να είναι αυτοαναφορικές και προκλητικές.
  • Σε μια εποχή που δεν υπάρχουν πρόσωπα, τα άτομα – καταναλωτές πρέπει να αναζητήσουν μια μερική ταυτότητα ως αναπλήρωση της έλλειψης προσωπικότητας. Μάλιστα αισθάνονται υποχρεωμένοι να την δηλώνουν όταν συστήνονται.
  • Η ένταξη σε μια φυλή – ταυτότητα, καθώς χάνεται η προσωπικότητα ενός εκάστου, είναι πλέον καθολική. Προϋποθέτει έναν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς, ντυσίματος, μουσικών προτιμήσεων και τρόπο εκφοράς του λόγου.
  • Ο διάλογος και η κοινωνική αντιπαράθεση αναφέρεται πλέον σχεδόν μόνο στο πεδίο της  ταυτότητας. Διότι το κοινωνικό πεδίο μοιάζει σαν συνεχής διαπάλη ταυτοτήτων που διεκδικούν χώρο και δικαιώματα.
  • Αυτή η διαπάλη ορίζεται τελικά από ένα γενικό πλαίσιο αντίθεσης «συντηρητισμού» – «προοδευτισμού». Τα στρατόπεδα όμως δεν είναι καθόλου καθαρά. Στον συντηρητισμό αισθάνονται ότι εντάσσονται όσοι κινούνται στο πλαίσιο παλιότερων αξιών, και στον προοδευτισμό πλέον όσοι κινούνται στο πλαίσιο των ατομικών δικαιωμάτων. Τα παλιά στρατόπεδα δεν υπάρχουν. Έχουν τελειώσει εδώ και δύο δεκαετίες.  
  • Σήμερα συνυπάρχουν και στην Ελλάδα οι πιο ακραίες στάσεις και είναι σαν η μία να τροφοδοτεί την άλλη αλλά το επίπεδο της αντιπαράθεσης κατέρχεται στο σεξουαλικό πεδίο. π.χ. Τα συνθήματα που ακούγονταν στις συγκεντρώσεις των φασιστών και των αντιφασιστών το αποδεικνύουν. Το σεξιστικό τραπ και η γκέι κουλτούρα φαίνεται σαν να αλληλοσυμπληρώνονται καθώς έχουν κάτι κοινό: μια συνεχή επίμονη αναφορά σε κάτι που γαργαλάει ανάμεσα στα πόδια.
  • Το ίδιο συμβαίνει στα ανώτερα στρώματα. Αντίθετα από ότι πιστεύουν πολλοί το «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια» σε αυτά τα στρώματα εκφράζει μια μικρή μειοψηφία. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός τους συναντάει τον ατομικό δικαιωματισμό. Το ίδιο συμβαίνει με τα ανώτερα μορφωμένα στρώματα όπως οι πανεπιστημιακοί όπου ο μαρξισμός τους, πού οφείλεται σε μόδα ή ταξική προέλευση, πάλι συναντάει τον ατομικό δικαιωματισμό.
  • Η αντίθεση σε αυτή την κατάσταση εκφράζεται με σημαίες και συνθήματα με τρόπο που δηλώνει την ταυτότητα. Με λάβαρα, εικόνες και γαλανόλευκη, η συνομάδωση της αντίστασης στα νέα ήθη μοιάζει όλο και περισσότερο με θρησκευτική σέχτα. Οι «γέροντες» και οι μικροί ηγέτες που συνεγείρουν κάποια λαϊκά στρώματα μοιάζουν όλο και περισσότερο με τους αμερικανούς τηλεευαγγελιστές. Η ελληνική αίσθηση της ατομικότητας – το διακριτό πρόσωπο μέσα στην κοινότητα – που υπήρχε από την εποχή του Ομήρου έως πρόσφατα,  έχει πλέον χαθεί.

 Έχοντας κατά καιρούς σταθεί κάτω από σημαίες κόκκινες, μαύρες, πράσινες και κάτω από την μεγάλη γαλανόλευκη, έχω πλέον την αίσθηση ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά κάτι που να συνεγείρει και να ενοποιεί. Η ελληνική κοινωνία, στις πόλεις, κατακερματίζεται σε μικρές αντίπαλες φυλές που επιδεικνύουν με αγχώδη τρόπο τον δικό τους τρόπο ζωής και διασκέδασης. Διότι ο Διόνυσος δεν επισκέπτεται μια κοινότητα, δεν υπάρχει ένα πανηγύρι, δεν υπάρχει μία τελετή και κοινά αποδεκτά ιερά, δεν υπάρχει πλέον κοινός λόγος.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας