Πρέπει να τρώμε χταπόδι;

Το χταπόδι είναι μαλάκιο που ζει λίγα χρόνια. Το κοινό χταπόδι των ελληνικών θαλασσών (Octopus vulgaris) ζει το πολύ 4 χρόνια· κάθε χρόνο μεγαλώνει μέχρι 1 κιλό. Το αρσενικό είναι πιο εύρωστο συνήθως, ενώ το θηλυκό πιο αδύνατο, καθώς σταματάει να τρώει όταν γεννάει τα αυγά του· κάθεται δίπλα τους και τα φροντίζει για 2 μήνες νηστικό· μετά πεθαίνει.

Είναι όντως ένα έξυπνο ζώο, όπως είναι και η σουπιά. Αντιλαμβάνεται καλά το περιβάλλον και προσαρμόζεται στις συνθήκες βρίσκοντας λύσεις. Δεν είναι όμως κοινωνικό ζώο. Όταν μας κοιτάνε τα μαλάκια, βλέπουμε τα μεγάλα τους μάτια και νομίζουμε ότι μοιραζόμαστε κάτι κοινό, αλλά το θαύμα της εξέλιξης έχει ακολουθήσει εδώ εντελώς άλλον δρόμο, πολύ διαφορετικό από τον δικό μας. Τα μαλάκια έχουν μεγάλα μάτια και το νευρικό τους σύστημα, οι νευρώνες δηλαδή που διατρέχουν το σώμα τους, είναι αναλογικά επίσης μεγάλο.

Οι δύτες θαυμάζουν τις ικανότητές τους να κρύβονται και τον τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτουν τη λεία τους. Ο Ζαν Ζακ Κουστώ εξεπλάγη, όταν ανακάλυψε ότι μπορούν ν’ ανοίξουν με τα πλοκάμια τους το πώμα ενός βάζου. Έτσι έμεινε στην επιστημονική κοινότητα και στο ευρύ κοινό η εντύπωση ότι είναι ένα από τα πιο έξυπνα ζώα. Και πρόσφατα τέθηκε το ερώτημα: «Μπορούμε να τρώμε ένα τέτοιο έξυπνο ζώο;» «Έχουμε το δικαίωμα;» «Έχει δικαίωμα το χταπόδι στην ζωή;»

Το θέμα ήρθε στην επικαιρότητα τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους, όταν μια ισπανική επιχείρηση ανακοίνωσε ότι είναι πολύ κοντά στο να δημιουργήσει ένα εκτροφείο χταποδιών. Είχε πολύ μεγάλες δυσκολίες, καθώς, στον μεγάλο συνωστισμό μέσα στους ιχθυοκλωβούς, διαπιστώθηκαν φαινόμενα κανιβαλισμού και αυτοακρωτηριασμού. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι αυτά τα προβλήματα τα έχει λύσει. Ωστόσο, στην συζήτηση παρενέβησαν διάφορες ομάδες για τα δικαιώματα των ζώων, οι οποίες θεώρησαν ανήθικη την εκτροφή αλλά και την κατανάλωση χταποδιών.

Στην Ελλάδα έφτασε το θέμα, εισαγόμενο απ’ έξω, και παρουσιάστηκε σε έντυπα που καλύπτουν όλο το φάσμα ενδιαφερόντων και πολιτικών κατευθύνσεων. Στις 28 Μαΐου, στην εφημερίδα Αυγή και με πρωτοσέλιδο μάλιστα τίτλο, διαβάζουμε «Τα χταπόδια δεν έχουν δικαιώματα»· ο τίτλος του άρθρου, στην εσωτερική σελίδα, ανέφερε πάλι την λέξη δικαιώματα: «Ιστορίες χωρίς φωνή / Πανέξυπνα, αλλά χωρίς δικαιώματα». Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Παύλος Πολάκης, εξανέστη και έγραψε, ξεσηκώνοντας εσωκομματικές κόντρες: «Εναλλακτική αριστερή προοδευτική πρόταση δεν είναι τα δικαιώματα των χταποδιών και των γαϊδουρακίων, αλλά…»

Στις 6 Ιουνίου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή συνέντευξη του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Αλεξάντερ Πέιν, ο οποίος δήλωσε: «… δεν καταλαβαίνω κάτι για τους Έλληνες. Πώς μπορούν και τρώνε τα χταπόδια; Η γεύση τους είναι φανταστική, αλλά πρόκειται για κάποια από τα πιο χαρισματικά πλάσματα της φύσης, με νοημοσύνη και χάρη. Οπότε, δεν με νοιάζει πού θα με πάτε για φαΐ, αρκεί το μενού να μην έχει χταπόδι.» Ακολούθησε στις 10 Ιουνίου, πάλι στην Καθημερινή, άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, του ερευνητικού οργανισμού–δεξαμενής σκέψης «διαΝεοσις»: «Γιατί δεν τρώω πια χταπόδια». Μεταξύ άλλων, γράφει: «Δεν είμαι βίγκαν, δεν τρώω ιδιαίτερα υγιεινά και κατά κανόνα δεν διστάζω να δοκιμάσω περίεργες ή εξωτικές γεύσεις. Αλλά κάπου και εγώ βάζω ένα όριο. Και το δικό μου όριο, από ό,τι αποδεικνύεται, είναι ότι δεν μπορώ να φάω όντα τα οποία σέβομαι και θαυμάζω.»

Όπως και να ‘χει, τα χταπόδια είναι ιδιαίτερα νόστιμα. Στα μικρά ουζάδικα στο λιμάνι της Νεάπολης Λακωνίας τα ξεραμένα στον ήλιο χταπόδια είναι από τους νοστιμότερους μεζέδες που μπορεί να φάει κανείς στην Ελλάδα. Παρόμοια σε πολλά άλλα μέρη. Έτσι όλοι μπήκαν στη συζήτηση, από τους μαγείρους έως τους φιλόζωους· αλλά ο καθένας από μια διαφορετική οπτική. Κυριαρχεί όμως, όπως σε όλες τις δυτικές χώρες, το ζήτημα των δικαιωμάτων και της ηθικής απέναντι στα άλλα όντα. Ο λόγος των βίγκαν φαίνεται να κατακτά όλο και μεγαλύτερα στρώματα σε όλες τις δυτικές χώρες. Έτσι, πάρα πολλοί αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκφράσουν την ευαισθησία τους για το ζήτημα. Μεταξύ αυτών και η σύζυγος του πρωθυπουργού αλλά και ο υπουργός Άδωνις Γεωργιάδης. Από την δεξιά έως την αριστερά και τους αναρχικούς, οι απόψεις των βίγκαν βρίσκουν ερείσματα. Η κατανάλωση χταποδιού τείνει να θεωρείται κάτι σαν αμαρτία. Αντέδρασαν ειρωνικά στα κοινωνικά δίκτυα μόνον όσοι καταναλώνουν μεγάλες ποσότητας κρέατος, θεωρώντας ότι κάνουν αντίσταση στα επελαύνοντα νέα ήθη.

Στην Δύση -που ξέμεινε από αξίες- βγαίνουν στην σειρά νέες ιδέες από το 1970 και μετά. Καθώς αποτυγχάνουν οι κομμουνιστικές ιδέες για τον επί γης παράδεισο, το θρησκευτικό ρεύμα του βιγκανισμού επελαύνει και εισάγει στην δύση τις ιδέες του Ζαϊνισμού. Οι ζαϊνιστές της Ινδίας, αν και λιγότεροι από 4 εκατομμύρια, έχουν κερδίσει ιδεολογικά. Αυτοί, καθώς η πρώτη αρχή που έθεσε ο Μαχαβίρα (539-467 π.Χ.), είναι η «Αχίμσα – μη βία» φτάνουν να κυκλοφορούν με ένα πανί στο στόμα για να μην καταπιούν κατά λάθος ένα έντομο. Είναι η ιδέα που σε λιγότερο αυστηρή μορφή, αλλά με συνέπεια, έφερε στην επιφάνεια ο Γκάντι κατά την εξέγερση εναντίον των Άγγλων. Αυτή η ιδέα, για την αυταξία όλων των όντων και τον σεβασμό της ζωής τους, έχει περάσει στην Δύση αν και με τρόπο επιφανειακό.

Μου έκανε εντύπωση ότι στο «Αμερικάνικο ειδύλλιο» τoυ Φίλιπ Ροθ η εξεγερμένη έφηβη, αφού σκοτώσει ανθρώπους με βόμβες ως μέλος επαναστατικής οργάνωσης -της weather undergound μάλλον- που διαμαρτυρόταν για τον πόλεμο του Βιετνάμ, στράφηκε μετά στον Ζαϊνισμό. Το βιβλίο έχει γίνει ταινία και μπορεί να την δει κανείς σήμερα και στο ertflix.

Ο βιγκανισμός, στην ευρέως διαδεδομένη μορφή του, συνήθως δεν πάει βαθιά στην μη βία, αλλά στο τι αντικρίζει κανείς στην καθημερινότητά του. Αποτελεί άραγε το έναυσμα για μια στάση πλήρους αμφισβήτησης ή είναι μια περισσότερο εκκοσμικευμένη εκδοχή του χιπισμού; Θα περιοριστεί, αν εκφραστεί ακραία όπως οι ζαϊνιστές, που έμειναν πάντα στο περιθώριο του Ινδουισμού, καθώς λόγω της αυστηρότητας δεν μπορούσε να εφαρμόσει ο απλός λαός τις διδασκαλίες τους αλλά κυρίως οι πλούσιες κάστες; Δεν συνέβη άλλωστε το ίδιο με τους Πυθαγόρειους;

Η άλλη πλευρά του ζητήματος είναι η αρχή ότι δεν πρέπει να τρώμε κάτι έξυπνο. Εδώ μπαίνει μια διαβάθμιση. Το κριτήριο που τίθεται είναι η ύπαρξη λογικής, συνείδησης και συναισθημάτων. Η ανθρωπότητα, μετά την προϊστορική περίοδο αλλά και αργότερα έχει μια εγγενή τάση σεβασμού ορισμένων ζώων· σε ορισμένες μόνο φυλές -με σαμανιστικές δοξασίες- κατανάλωναν ανθρώπους ή ζώα για να πάρουν τη δύναμή τους,

Στις περισσότερες φυλές π.χ. οι άνθρωποι σέβονταν τους πιθήκους και μόνο σε ορισμένες περιοχές της Ασίας έτρωγαν -μέχρι πρόσφατα- τον εγκέφαλο ενός πιθήκου που ήταν ακόμα ζωντανός. Στα περισσότερα μέρη του κόσμου η κατανάλωση του αλόγου ήταν ταμπού. Γιατί είναι ζώο έξυπνο και γιατί μας έχει εξυπηρετήσει πολύ.

Τα πιο έξυπνα ζώα δεν έπρεπε να καταναλώνονται, όπως και τα ζώα συντροφιάς στις περισσότερες περιοχές του κόσμου. Τα πιο έξυπνα ζώα θεωρούνταν πιο ψηλά στην Scala Naturae, η οποία ήταν η κύρια θεώρηση του κόσμου από την εποχή του Αριστοτέλη έως τον Λιναίο. Επρόκειτο για μια διαβάθμιση από τον ανόργανο κόσμο έως τον άνθρωπο, μια ιεραρχική δηλαδή σκάλα των όντων, όπου παριστάνονταν τα ασπόνδυλα στην βάση και ο άνθρωπος στην κορυφή. Αυτή η ιδέα εξακολουθεί να υπάρχει. Μάλιστα στην εποχή μας, όπου ένας νεοπλατωνισμός ή γνωστικισμός αναδύεται, η ψυχή πλέον θεωρείται ότι υπάρχει και στα άλλα όντα, με κύρια απόδειξη της παρουσίας της την έκφραση των συναισθημάτων. Η υπόνοια ότι ένα ζώο αισθάνεται και υποφέρει βγάζει στην επιφάνεια τον συναισθηματισμό του παρατηρητή.

Έτσι, λοιπόν, στη συζήτηση για το χταπόδι θίγονται ζητήματα όπως ο βαθμός εξυπνάδας και ο βαθμός συναισθημάτων των ζώων υπονοώντας έναν «βαθμό ψυχής». Μπορούμε να τρώμε το γουρούνι, το οποίο είναι πιο έξυπνο από το χταπόδι; Είναι αδικημένο το γουρούνι, επειδή θεωρούταν βδελυρό ζώο παλαιότερα;

Δύο στρατόπεδα δημιουργούνται· από την μια μεριά όσοι πιστεύουν ότι δεν πρέπει να τρώμε τα έξυπνα ζώα, αλλά είναι αναγκασμένοι να εξετάσουν τον βαθμό εξυπνάδας τους και στο τέλος ν’ αποδεχτούν τις αρχές του βιγκανισμού. Από την άλλη βρίσκονται κυρίως άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων, οι οποίοι καταναλώνουν μεγάλες ποσότητας κρέατος, από χοιροστάσια και άλλους σταθμούς μαζικής παραγωγής. Οι τελευταίοι, οι καταναλωτές των πιο ανθυγιεινών τροφών που είναι γεμάτες ορμόνες, στην πραγματικότητα αντιστέκονται στον ελιτισμό και την «ευαισθησία» των «ψηλομύτηδων» πλουσίων. Και προφανώς, όταν υπάρχουν δύο στρατόπεδα, αναδύονται ενδιάμεσα πολλές απόψεις που κινούνται μεταξύ αδιαφορίας για το ζήτημα, υποκρισίας και επίδειξης διαφορετικότητας ή ευαισθησίας.

Είναι αστείο, αλλά το θέμα συνέπεσε με την συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς ένας μηχανικός της Google που δήλωσε ότι ένα σύστημα απέκτησε συνείδηση και αισθήματα με αποτέλεσμα να απολυθεί. Τέθηκε, με την περίπτωση αυτή, άμεσα το ερώτημα, της επιστημονικής φαντασίας, για τα δικαιώματα των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος πέφτει από το βάθρο του μόνου όντος που έχει ψυχή και νόηση. Το πεδίο των δικαιωμάτων ανοίγεται υπέρμετρα.

Ο ελληνικός κόσμος, από την αρχαιότητα και μέχρι πριν από έναν αιώνα, διακρινόταν για την αναζήτηση του μέτρου. Εντούτοις, στη σημερινή Ελλάδα, ανθούν οι ελιτίστικες και οι λαϊκίστικες φωνές. Η συζήτηση για το λιαστό χταποδάκι του Αιγαίου γίνεται με τον ίδιο τρόπο, με τον ίδιο επιφανειακό και ανεπίγνωστο τρόπο, όπως και η συζήτηση για το άνοστο χταπόδι του Ατλαντικού. Το να τρώει κανείς κρέας μια φορά την εβδομάδα φαίνεται αδιανόητο και στους δύο πόλους· κάπως έτσι και μάλλον εύκολα, τίθεται σε αμφισβήτηση η τοπική γαστρονομία και ο τοπικός διατροφικός πολιτισμός.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας