Μην κοιτάς ψηλά

Διαβάζω ύμνους και κριτική για την πολύ ενδιαφέρουσα και κάπως πικρή κωμωδία «Don’t look up- Μην κοιτάς ψηλά”.

Σε αυτήν οι επιστήμονες προσπαθούν να ενημερώσουν για μία επικείμενη πτώση κομήτη ανάλογου με αυτόν που επέφερε την μαζική εξαφάνιση των δεινοσαύρων, ενώ οι πολιτικοί και τα ΜΜΕ παραγνωρίζουν το θέμα και το χρησιμοποιούν για εκμετάλλευση. Την ίδια στιγμή το αδαές κοινό παρακολουθεί και συμμετέχει με τον τρόπο που κυριαρχεί σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δηλαδή με συνθήματα και εξυπνακίστικα σχόλια.

Είναι μία ταινία καταστροφής, όπου η καταστροφή τελικά επισυμβαίνει. Όπως είχα διαβάσει σε ένα παλιό βιβλίο για τον “πολιτιστικό ιμπεριαλισμό” το βασικό μοτίβο των ταινιών καταστροφής του Hollywood είναι ότι κάποιος ή μία μικρή ομάδα καταφέρνει τελικά να σώσει τον πλανήτη από την καταστροφή. Ένας ύμνος στην ατομική πρωτοβουλία που στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις κρατικοί μηχανισμοί αντιδρούν. Το κοινό, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, παραμένει τρομαγμένο και εν τέλει αποδέχεται ότι δεν μπορεί να αντιδράσει μαζικά.

Σε αυτήν εδώ όμως την ταινία η καταστροφή επέρχεται. Το κοινό μένει με μία πικρία, απαξιώνει τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους και την ίδια του την στάση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά μέχρις εκεί. Μετά έρχονται οι αναλύσεις και του λένε ότι η ταινία είναι μία αλληγορία για την κλιματική αλλαγή. Άρα λοιπόν, η υποψήφια διδάκτωρ αστρονομίας αλλά και ο ίδιος ο καθηγητής με τα ψυχολογικά προβλήματά τους είναι το ανάλογο με την Γκρέτα Τούνμπεργκ που προσπαθεί να ειδοποιήσει τους πολιτικούς. Αν είναι λοιπόν έτσι η ταινία έχει επιτύχει. Έχει δημιουργήσει τον πανικό και το κοινό μπορεί να αφεθεί σε αυτούς που ξέρουν.

Αυτοί που ξέρουν, το ευαισθητοποιημένο κομμάτι της μεσοαστικής και ανώτερης ελίτ, έχει να του προτείνει τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα του Έλον Μασκ, τα μεγάλα αιολικά σε όλες τις βουνοκορφές, τα τετραγωνικά χιλιόμετρα των φωτοβολταϊκών στις αγροτικές εκτάσεις. Συμφωνώντας με αυτά το κοινό μπορεί να είναι βέβαιο ότι, μαζί με τους επιστήμονες, κάνει αγώνα για την σωτηρία του πλανήτη.

Η θέρμανση του πλανήτη επιταχύνεται από την απελευθέρωση του διοξειδίου του άνθρακα αλλά είναι κάτι που θα συμβεί όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν όπως θα επέλθει και η επόμενη παγετώδης περίοδος. Ο πλανήτης και η ζωή προσαρμόστηκαν σε αυτά μέσα από την διαδικασία της εξέλιξης. Ο ίδιος ο άνθρωπος προσαρμόστηκε καθώς το κλίμα άλλαζε. Αυτό με συστηματικό τρόπο αποκρύπτεται για να αναδειχθεί η κρίση και να υποβαθμιστεί το ζήτημα της βιοποικιλότητας έναντι της τεχνολογικής και μόνο απάντησης στην κλιματική αλλαγή. Διότι, όπως λένε οι οικονομολόγοι, κρίση σημαίνει και ευκαιρία.

Ας επιστρέψουμε στην ταινία η οποία είναι τυπικά αμερικανική καθώς βλέπουμε τα πάντα να επικρέμονται από την απόφαση της προέδρου των ΗΠΑ. Ο υπόλοιπος πλανήτης σχεδόν δεν υπάρχει: μόνο κάποια τηλέφωνα με αρχηγούς κρατών και η κλασική αντίθεση με την Ρωσία, στην οποία οι ΗΠΑ επιβάλλονται πολύ εύκολα. Σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ δείχνουν να χάνουν τον κυρίαρχο ρόλο στον κόσμο είναι παρήγορο για τους αμερικάνους να νομίζουν ότι όλα παίζονται στην χώρα τους.

Όμως η κλιματική αλλαγή ή οποιαδήποτε άλλη πλανητική κρίση χρειάζεται πλανητική αντιμετώπιση. Και εδώ είναι πού πραγματικά δεν υπάρχει σωτηρία. Εκτός από τους αμερικανούς πολιτικούς και δημοσιογράφους στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν οι μουλάδες του Ισλάμ, οι Κινέζοι δισεκατομμυριούχοι, οι χώρες του τρίτου κόσμου που διακαώς προσπαθούν να ανέβουν οικονομικά.

Η αύξηση του πληθυσμού και η απαίτηση αυξημένης κατανάλωσης από όλους οδηγεί όλα τα οικοσυστήματα, φυσικά και ημιφυσικά, όπως οι καλλιέργειες και τα λιβάδια, σε υποβάθμιση με συνέπειες χαμηλότερη παραγωγικότητα και εξαφάνιση ειδών. Η λύση είναι μία: μείωση του πληθυσμού του πλανήτη, μείωση της κατανάλωσης για όλους και διατήρηση του μισού της έκτασης του πλανήτη χωρίς ανθρώπινη επικυριαρχία (μέτρο που πρότεινε ο πρόσφατα θανών σπουδαίος βιολόγος Έντουαρτ Ο. Γουίλσον). Διότι αυτά είναι τα ουσιώδη μέτρα και όχι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Αυτά όμως είναι τα πιο δύσκολα να προωθηθούν. Μην κοιτάς ψηλά λοιπόν…

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας