Δύο κείμενα του Χρήστου Γιανναρά για την οικολογία

Σε δύο διαδοχικές επιφυλλίδες του Χρήστου Γιανναρά, πριν τα Χριστούγενα του 2007, αναφέρεται στην οικολογία.  

Ο Γιανναράς πάει στο βάθος του πολιτισμού, του «τρόπου του βίου», για να καταδείξει τα αίτια αυτού που γίνεται αντιληπό ως οικολογικό πρόβλημα. Δεν αναφέρεται εδώ στην αγαπημένη του φράση του Αριστοτέλη «Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις», αλλά στην ουσία αυτήν αναλύει.

Συνάντησα φευγαλέα τον Χρήστο Γιανναρά και τον ευχαρίστησα για τον δρόμο που μας έδειξε, για μια αναζήτηση ενός ελληνικού δρόμου για την οικολογία. Ο άλλος που μας ενέπνευσε στον ίδιο δρόμο, αλλά αυτός δια ζώσης, ήταν ο Αλέξης Δαμιανός.

Το δυσδιάκριτο παράλογο της οικολογίας

Μας κατακλύζουν κάθε μέρα απειλές και προειδοποιήσεις των οικολόγων: Η υπερθέρμανση του πλανήτη είναι πια άμεσος κίνδυνος, προκαλεί δεινά που ήδη γευόμαστε, τα σημερινά συμπτώματα θα εξελιχθούν ταχύτατα σε εφιάλτη. Το κλίμα έχει αλλάξει, οι πάγοι των πόλων λιώνουν, η στάθμη των θαλασσών ανεβαίνει. Μεγάλες εκτάσεις ξηράς ερημοποιούνται ή θα καλυφθούν από τις θάλασσες, οι τροπικές θερμοκρασίες επεκτείνονται στην εύκρατη ζώνη. Τυφώνες και πλημμύρες πυκνώνουν και θα επιτείνονται καταστροφικά.

Η καθημερινή, πληθωρική, επίμονη κατατρομοκράτηση μοιάζει να έχει κίνητρα αγαθά: Να ενημερωθούμε οι κάτοικοι του πλανήτη, να μας γίνει συνειδητός ο κίνδυνος. Και με τους εθισμούς που διαθέτουν οι δυτικές κοινωνίες, αιώνες τώρα, στην προτεσταντική ορθοπραξία (στις οφειλόμενες «καλές πράξεις» κάθε μέρα) να παροτρυνθούμε σε αλλαγή συμπεριφοράς. Το οικολογικό πρόβλημα να το αντιμετωπίσουμε σαν καλά προσκοπάκια: Να ξεχωρίζουμε κατά είδη τα σκουπίδια μας συμβάλλοντας στην ανακύκλωση. Να περιορίσουμε την κατανάλωση ενέργειας, τη σπατάλη νερού. Να χρησιμοποιούμε ποδήλατο και όχι αυτοκίνητο, ήπιες μορφές ενέργειας για οικιακή εξυπηρέτηση. Κ.λπ., κ.λπ.

Ο μάλλον κυριότερος λόγος της πληθωρικής κατατρομοκράτησης είναι να ενεργοποιηθούμε πολιτικά οι πολίτες: Να ασκήσουμε πίεση στις κυβερνήσεις για να προχωρήσουν σε μέτρα ελέγχου της ρύπανσης του περιβάλλοντος από επιχειρήσεις, κρατικές και ιδιωτικές. Να αναγκαστεί η κρατική εξουσία να αναχαιτίσει με θεσμικά μέτρα την περιβαλλοντική καταστροφή.

Σε άλλες, μακρινές εποχές το πρόβλημα της κοινωνικής αδικίας, της εκμετάλλευσης, των ταξικών αντιθέσεων, είχε γεννήσει πολιτικά κινήματα θυσιαστικής ανιδιοτέλειας γι’ αυτό και αξιόλογης κοινωνικής δυναμικής. Και τα κινήματα δεν άργησαν να μετεξελιχθούν σε κόμματα, να καταλήξουν κάστες ιδιοτελών, συχνά χυδαίων συμφερόντων ή εξουσιολαγνείας. Το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται σήμερα με αφορμή την οικολογική απειλή. Οικολογικά κόμματα (ή «συνιστώσες» κομμάτων) γλείφουν κιόλας το κόκαλο της εξουσίας ή εξευτελιστικά το ορέγονται.

Τα άλλοτε κινήματα των κοινωνιοκεντρικών (σοσιαλιστικών) διεκδικήσεων αποδείχθηκαν θεμελιωμένα σε μιαν αντίληψη για την κοινωνία μονότροπα (ιστορικο-υλιστικά) καθορισμένη, δηλαδή αυθαίρετη και γι’ αυτό πλασματική. Ηθελαν την κοινωνία κολλεχτίβα, εταιρισμό αδιαφοροποίητων ατόμων «επί κοινώ συμφέροντι». Οδηγήθηκαν στη φρίκη του πουριτανικού ολοκληρωτισμού και κατέληξαν σε δραματική ιστορική αποτυχία. Σήμερα τα οικολογικά κινήματα και κόμματα μοιάζουν να μη διδάχτηκαν τίποτα από το φιάσκο των σοσιαλιστών: Θεμελιώνουν τις δραστηριότητες και επιδιώξεις τους σε απόλυτο κενό κοσμολογικού και ανθρωπολογικού «νοήματος», διολισθαίνουν στην πουριτανική μονοτροπία του ωφελιμισμού.

Παρακάμπτουν το καίριο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να επιχειρούμε αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος με τα ίδια ακριβώς κίνητρα, τα ίδια κριτήρια, τις ίδιες σκοποθεσίες που γέννησαν αυτόν τον εφιάλτη; Αν η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι το οργανικό επακόλουθο μιας αλόγιστης χρησιμοθηρίας, ακόρεστης δίψας του ανθρώπου για ατομοκεντρικές εξασφαλίσεις, ανέσεις, ηδονικές διευκολύνσεις και απαλλαγές από κόπο, προσπάθεια, αναμονή, δεν είναι παράλογο να πιστεύουμε ότι με τα ίδια χρησιμοθηρικά κριτήρια θα δαμάσουμε τη χρησιμοθηρία;

Είναι παράλογο, γιατί την προτεραιότητα του χρήσιμου, του ατομοκεντρικού ωφελιμισμού, τη συντηρεί και την προάγει η ενστικτώδης ανάγκη, η ορμή της αυτοσυντήρησης – αυτασφάλισης, της κυριαρχίας, της ηδονής. Δεν είναι δυνατόν η ορμή να χαλιναγωγήσει την ορμή για χάρη της ορμής. Και η εκλογίκευση της ορμής που στοχεύει στη συνέχεια και διάρκεια των ικανοποιήσεών της, παίρνει αναπόφευκτα τη μορφή: να περιοριστούν οι διευκολύνσεις όλων των άλλων για να συνεχιστούν οι δικές μου. Είναι τυχαίο άραγε που τα οικολογικά ενδιαφέροντα καλλιεργούνται, κατά κανόνα, από ανθρώπους της μεσοαστικής και άνω τάξης; Κατέβηκαν ποτέ στους δρόμους για οικολογικά αιτήματα οι άνθρωποι της στέρησης, η φτωχολογιά;

Το οικολογικό πρόβλημα δεν εξαντλείται σε κάποιο «λάθος» οργανωτικό ή λειτουργικό του κοινωνικού μας βίου, λάθος στη χρήση των επιτευγμάτων της τεχνολογίας, στην ορθολογική τους εκμετάλλευση, σε δυσλειτουργίες του «κοινωνικού κράτους». Ούτε οφείλεται το οικολογικό πρόβλημα σε χαλάρωση της ωφελιμιστικής μας ηθικής, σε άμβλυνση των κανονιστικών αρχών συμπεριφοράς. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος είναι το αθέλητο, αλλά οργανικό γέννημα ενός γενικευμένου «τρόπου του βίου», δηλαδή ενός πολιτισμού, του πολιτισμού της Νεωτερικότητας.

Γέννημα του καταναλωτικού τρόπου του βίου. Οι άνθρωποι της Νεωτερικότητας ξέρουμε μόνο να καταναλώνουμε (να κατέχουμε, να κυριαρχούμε, να ευφραινόμαστε), όχι να σχετιζόμαστε, όχι να κοινωνούμε. Δεν φταίμε γι’ αυτό, δεν είναι ηθικό μας παράπτωμα για να το κατακεραυνώνουν οι ιεροκήρυκες, είναι ο κοινός τρόπος βίου που αυτονόητα μας επιβάλλεται. Η Νεωτερικότητα είναι πολιτισμός που προέκυψε από το μέγα (για το δυτικοευρωπαϊκό παρελθόν) επίτευγμα θεσμικής (και παντοδαπής) προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου. Σκεπτόμαστε, μιλάμε, οργανώνουμε τη ζωή μας με βάση το «δικαίωμα», δηλαδή τον ατομοκεντρισμό, τη θωράκιση του εγώ. Δεν ξέρουμε να κοινωνούμε, να μοιραζόμαστε, δεν υποπτευόμαστε τη χαρά της αυθυπέρβασης, της αυτοπροσφοράς, την ερωτική ανιδιοτέλεια.

Για να αντιμετωπιστεί το οικολογικό πρόβλημα πρέπει να αλλάξει (αν προλάβει) το πολιτιστικό «παράδειγμα». Και αυτή η αλλαγή δεν είναι του χεριού μας, δεν μεθοδεύεται. Θα γεννηθεί η αλλαγή όταν μεταβληθούν οι προτεραιότητες των αναγκών μας, η ιεράρχηση των αναγκών μας. Οι πολιτισμοί δεν προκύπτουν από την εμπέδωση (ή την επιβολή) «ιδεωδών», «αξιών», «υψηλών στόχων», γεννιούνται από τις ανάγκες: ποια είναι πρώτη μας ανάγκη, ποια δεύτερη. Θα προστατέψουμε αποτελεσματικά τη φύση όταν πρώτη κοινή μας ανάγκη και χαρά θα είναι ο σεβασμός της φύσης, η σχέση με τη φύση, όχι η υποταγή της στις εγωκεντρικές μας ορέξεις, όχι η κατανάλωση της φύσης.

Έναν πίνακα ζωγραφικής κάποιος (υποθετικός) ανίδεος τον βλέπει μόνο σαν χρηστικά υλικά: τελάρο και μπογιατισμένο μουσαμά. Πρέπει να φτάσει ο ανίδεος να αναγνωρίσει στον πίνακα εικαστικό λόγο μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο: την προσωπική ετερότητα και αμεσότητα παρουσίας του καλλιτέχνη. Τότε θα σεβαστεί με δέος τον πίνακα – έτσι θα σεβαστεί και ο άνθρωπος τον κόσμο.

Για να φτάσουν οι κοινωνίες μας στον σεβασμό της ύλης, θα έχουν ανακαλύψει τη χαρά της σχέσης υπέρτερη της θωράκισης με δικαιώματα. Θα έχουν περάσει από το προ-πολιτικό στάδιο της εξισορρόπησης συμφερόντων στην πολιτική ως άθλημα «κατ’ αλήθειαν» βίου.

Χρήστος Γιανναράς

Εφημερίδα Καθημερινή, 16.12.2007

Εις άτοπον οικολογία και Χριστούγεννα

Το οικολογικό λεγόμενο πρόβλημα είναι οργανικό γέννημα συγκεκριμένου πολιτισμού, δηλαδή γενικευμένου τρόπου του βίου: του καταναλωτικού τρόπου. Καταναλωτισμός δεν σημαίνει απλώς βουλιμική συμπεριφορά, αλλά «στάση» ζωής. Ο άνθρωπος της καταναλωτικής «στάσης» ταυτίζει τη ζωή με την ανάγκη και απαίτηση ιδιοποίησης, κατοχής, κυριαρχίας. Δεν ξέρει να κοινωνεί, να μοιράζεται, δεν υποπτεύεται τη χαρά της αυθυπέρβασης, της αυτοπροσφοράς, την ερωτική ανιδιοτέλεια.

Ο καταναλωτισμός είναι έκφανση και συνέπεια του ατομοκεντρισμού. Ευρύτερη έννοια ο ατομοκεντρισμός, σημαίνει ότι κέντρο της ζωής γίνεται το άτομο, όχι η χαρά των σχέσεων κοινωνίας – η κατασφάλιση του εγώ, όχι η διακινδύνευση της αυτοπροσφοράς. Προϊόν του ατομοκεντρισμού, πριν και από τον καταναλωτισμό, η απόλυτη και αυτονόητη προτεραιότητα των δικαιωμάτων του ατόμου.

Σήμερα, σκεπτόμαστε, μιλάμε, συν-εννοούμαστε με βάση τα ατομικά δικαιώματα – μοιάζει αδιανόητο, εξωπραγματικό να αποτελεί πρωταρχική ανάγκη η σχέση, πρώτη προτεραιότητα η μετοχή σε κοινότητα, η συγκρότηση «πόλης».

Αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, δεν μπορούμε να μιλάμε για «πολιτισμό ατομοκεντρισμού» – «πολιτισμός» και «ατομοκεντρισμός» είναι έννοιες ασύμβατες, αντιφατικές. Ο πολιτισμός είναι γέννημα της «πόλεως», ο ατομοκεντρισμός παγίδευση στα ενστικτώδη ορμέμφυτα. Η «πόλις» δεν αποτελεί απλώς διευρυμένο οικισμό, προκύπτει από το κοινό άθλημα να υπερβαίνει ο καθένας την ατομική του ιδιο-τέλεια για τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας. Παγίδευση στα ορμέμφυτα σημαίνει το διαμετρικά αντίθετο: να θωρακίζει καθένας το εγώ του, να δίνει προτεραιότητα στην αυτοσυντήρηση, στην κυριαρχία, στην ηδονή του. Ατομοκεντρισμός είναι η φάση του πρωτογονισμού, η εμμονή στην κτηνώδη αλογία, πολιτισμός είναι η ελευθερία από την υποταγή στο ένστικτο, η προτεραιότητα της έλλογης σχέσης.

Όταν πραγματώνεται το κατόρθωμα της «πόλεως» και η «πολιτική» παράγει «πολιτισμό», οι άνθρωποι δεν αρκούνται να κοινωνούν απλώς την «χρεία», δεν συνυπάρχουν μόνο για να εξυπηρετούνται τα ατομικά τους συμφέροντα με καταμερισμό εργασίας. Θέτουν στόχους αλήθειας, δηλαδή υπαρκτικής γνησιότητας, αποβλέπουν στην αξιολόγηση ποιοτήτων, κοινωνούν την καλλιέργεια (την «παίδευσιν») ως πρώτιστη ανάγκη. Δεν διανοούνται (δεν χρειάζεται) να θωρακίσουν ατομικά δικαιώματα. Η τιμή του να είναι κανείς «πολίτης», να μετέχει στο «άθλημα του αληθεύειν» που είναι η πολιτική, υπερκαλύπτει τις εξασφαλίσεις των συλλογικών «συμβολαίων», τον πρωτογονισμό των ατομικών δικαιωμάτων.

Η γενεαλογία της σημερινής οικολογικής απειλής θα είναι σίγουρα λειψή αν αγνοήσουμε τη θρησκευτική μήτρα του καταναλωτικού ατομοκεντρισμού που γεννάει τον οικολογικό εφιάλτη. Η θρησκευτική αυτή μήτρα έχει συγκεκριμένες ιστορικές συντεταγμένες: Εντοπίζεται στα «βαρβαρικά», έσχατης υπανάπτυξης φύλα που, από τα τέλη του 4ου ως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, κατέκλυσαν τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την κατέλυσαν, δημιουργώντας την καινούργια σε πληθυσμική συγκρότηση μετα-ρωμαϊκή Ευρώπη.

Αυτά τα φύλα έσπευσαν να «εκχριστιανιστούν», επειδή τότε ο εκχριστιανισμός ήταν ταυτόσημος με την είσοδο στον πολιτισμό. Αλλά το επίπεδο απαιδευσίας και υπανάπτυξης των εισβολέων δεν επέτρεπε πρόσληψη του Χριστιανισμού συνεπέστερη από τη σημερινή τάχα και «αστικοποίηση» νεόπλουτων της πρώτης ή δεύτερης γενιάς που εγκατέλειψε την ύπαιθρο. Αλλοτρίωσαν τα βαρβαρικά φύλα το εκκλησιαστικό γεγονός, το μετέτρεψαν σε φυσική θρησκεία ικανή να ανταποκριθεί στις ενστικτώδεις απαιτήσεις θρησκευτικότητας του φυσικού ατόμου.

Ο ατομοκεντρισμός είναι το τυπικό γνώρισμα κάθε φυσικής θρησκείας, τυπικό γνώρισμα και του «Χριστιανισμού» που καλλιέργησαν οι καινούργιοι κάτοικοι της Ευρώπης. Η πίστη, από άθλημα εμπιστοσύνης, δηλαδή αυθυπέρβασης και αγαπητικής αυτοπαράδοσης, μεταποιήθηκε σε ατομικές «πεποιθήσεις», θωράκιση του εγώ με νοητικές παραδοχές και ψυχολογικές βεβαιότητες. Η άσκηση, από αγώνισμα αυταπάρνησης για χάρη της μετοχής στην εκκλησιαστική κοινωνία της ζωής, αλλοτριώθηκε σε ηθική, ατομική πειθάρχηση σε νόμους και κωδικές εντολές προκειμένου να θωρακιστεί το άτομο με τη σιγουριά της αξιομισθίας.

Η σωτηρία έχασε το ετυμολογικό της νόημα (από το σώζω – σώζομαι, που σημαίνει γίνομαι σώος, ακέραιος, φτάνω στην ολοκληρία των υπαρκτικών μου δυνατοτήτων), κατανοήθηκε σαν αιώνια εξασφάλιση του εγώ. Ατομική πίστη, ατομική ηθική, ατομική σωτηρία: η εκκλησία έπαψε να σημαίνει γεγονός, σύναξη ευχαριστιακή, τρόπο της ύπαρξης, σώμα όπου τα μέλη κοινωνούν τη ζωή κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, του «όντως έρωτος».

Έγινε θρησκεία η εκκλησία, ιδεολογία με θεσμούς αποτελεσματικότητας και επιβολής, με δόγματα και νομικό έλεγχο της πιστότητας του ατομικού φρονήματος στο δόγμα, πιστότητας της ατομικής συμπεριφοράς στην κωδικοποιημένη ηθική. Λησμονήθηκε ότι στην Εκκλησία πρωτοπορούν και δείχνουν τον δρόμο οι παραιτημένοι από το εγώ τους ληστές, άσωτοι, τελώνες, πόρνες, ότι οι άγιοι της Εκκλησίας είναι για όλους μόνο μια ανοιχτή αγκαλιά, ποτέ εισαγγελείς κατάκρισης πρόξενοι ενοχών.

Τον αλλοτριωμένο, τυραννικό του ανθρώπου χριστιανισμό απολάκτισε τελικά, ύστερα από επώδυνη ιστορική πορεία εξεγέρσεων και διαμαρτυρήσεων, ο καινούργιος κόσμος της ευρωπαϊκής Δύσης. Μόνο που η εξέγερση ήταν ενάντια στην επιδερμική συμπτωματολογία της τυραννικής θρησκευτικότητας, δεν αναζήτησε (και δεν εντόπισε) τον κεντρικό άξονα: τον πρωτογονισμό της ατομοκρατίας.

Έτσι, στο καινούργιο (το νεωτερικό) «παράδειγμα» γενικευμένου τρόπου του βίου που γέννησε η Δύση, εκπληκτικά επιτεύγματα τεχνολογίας, αποτελεσματικότητας θεσμών, προόδου στη γνώση, θεμελιώνονται (ή σωστότερα, αιωρούνται) στην επισφάλεια του πρωτογονισμού της ατομοκρατίας. Πολιτισμός προ-πολιτικός, ανυποψίαστος για το κατόρθωμα της «πόλεως» και το «αληθείας άθλημα» της πολιτικής, υποτάσσει κάθε επιδίωξη στον εντυπωσιασμό, στον ηδονισμό, στην ψευδαισθητική αποχαύνωση του ατόμου. Στη θέση της ατομικής πίστης η ιδεολογικοποιημένη φυσιοκεντρική ατομοκρατία, στη θέση της ατομικής ηθικής η αυτοκαταστροφική χρησιμοθηρία, στη θέση της ατομικής σωτηρίας η παγερή «ελπίδα» μηδενισμού της ατομικότητας.

Αυτός ο «πολιτισμός» γιορτάζει Χριστούγεννα αντιστρέφοντας τους όρους και την αιτιολόγηση της Γιορτής – όπως ακριβώς πασχίζει να λύσει και το οικολογικό πρόβλημα δίχως να αντιστρέψει τους όρους και τις σκοποθεσίες που γέννησαν το πρόβλημα…

Χρήστος Γιανναράς

Εφημερίδα Καθημερινή, 23.12.2007