Οδηγίες για την διατήρηση ή την δημιουργία θέσεων αναπαραγωγής λοφιοφόρου τρίτωνα

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή την έρευνα για τον Βαλκανικό λοφιοφόρο τρίτωνα στην περιοχή της λεκάνης απορροής των λιμνών Κορώνεια και Βόλβη και για τον Μακεδονικό λοφιοφόρο τρίτωνα στην περιοχή Ολύμπου, Τίταρου, Πιερίων.

Δίνει βασικές οδηγίες για την διατήρηση ή την δημιουργία λιμνίων με σκοπό την διασφάλιση θέσεων αναπαραγωγής των λοφιοφόρων τριτώνων, αλλά και άλλων αμφιβίων. Απευθύνεται σε φορείς που μπορούν να υλοποιήσουν τέτοια έργα, αλλά και αγρότες ή κτηνοτρόφους που τα κατασκευάζουν για την άρδευση ή το πότισμα ζώων.

Οι πολίτες και οι οργανώσεις που θέλουν να συμβάλουν στην διατήρηση της βιοποικιλότητας κατασκευάζοντας ένα μικρό λιμνίο θα βρουν επίσης πολλές χρήσιμες πληροφορίες. Προτρέπει επίσης να σταματήσει ο εμπλουτισμός των λιμνίων με ψάρια, που κάνουν διάφοροι με ατομική πρωτοβουλία καθώς αυτό μπορεί να είναι καταστροφικό για τους πληθυσμούς των σοβαρά απειλούμενων τριτώνων.

Ευχαριστώ τους συναδέλφους που εργάζονται στις Μονάδες Διαχείρισης των δύο Προστατευόμενων Περιοχών και τον ΟΦΥΠΕΚΑ για την αρχική πρωτοβουλία εκπόνησης των ειδικών ερευνών και ελπίζω να υλοποιηθούν μέτρα διατήρησης.

Μερικά βασικά στοιχεία για τους λοφιοφόρους τρίτωνες

Οι τρίτωνες είναι κυρίως νυκτόβια είδη. Παραμένουν στο νερό περίπου το 1/3 του χρόνου από τα τέλη του χειμώνα και κατά την περίοδο της άνοιξης, όπου και αναπαράγονται. 

Στην χερσαία φάση προτιμά τα φυλλοβόλα δάση από τα κωνοφόρα. Η φύτευση κωνοφόρων  σε φυλλοβόλα δάση ή σε λιβάδια είναι αρνητική για το είδος. Βασικά στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά είναι ο όξινο PH και η ρητίνη. Η ύπαρξη νεκρών κατακείμενων φυλλοβόλων δένδρων ευνοεί πολύ το είδος, διότι βρίσκει καταφύγιο.  

Προτιμούν νερά με ουδέτερο ή ελαφρά αλκαλικό pH. 

Προτιμά σχετικά βαθιά στάσιμα νερά με έκθεση στον ήλιο, κυρίως μικρολίμνες με βάθος μεγαλύτερο του μισού μέτρου. 

Η μεγάλη σκίαση του νερού από δένδρα της περιβάλλουσας βλάστησης είναι αρνητική για το είδος. Το είδος ευνοείται στις μεσοτροφικές λίμνες όπου υπάρχει παραγωγικότητα χωρίς να εμφανίζονται προβλήματα ευτροφισμού. Σε φτωχά σε θρεπτικά νερά υπάρχει χαμηλή παραγωγικότητα και δεν υπάρχει επαρκής τροφή για τους γυρίνους. Είναι απαραίτητο επίσης να υπάρχει μεγάλο ποσοστό με ανοικτά νερά όπου το φως φτάνει έως τον πυθμένα. Η ύπαρξη κυανοφυκών που καλύπτουν την επιφάνεια είναι αρνητική. 

Το αρσενικό μετά από μακρά τελετουργία ζευγαρώματος αφήνει σπερματοδόχο την οποία λαμβάνει το θηλυκό με την αμάρα (κλοάκη). Η γαμήλια επίδειξη και η πρόσληψη της σπερματοδόχου λαμβάνει χώρα εντός του νερού, στον πυθμένα των αναπαραγωγικών λιμνίων.  

Μέχρι το πέρας της αναπαραγωγικής περιόδου, τα θηλυκά γεννούν έως και 250 αυγά που τα προσκολλούν μεμονωμένα σε φύλλα και βλαστούς υδρόβιας βλάστησης κοντά στην επιφάνεια του νερού. Η διαδικασία της γέννησης αυγών διαρκεί ορισμένες εβδομάδες αφού προσκολλούν λίγα αυγά την ημέρα. Τα αυγά εγκαταλείπονται μετά την γέννησή τους. 

Τα αυγά μπορούν να φαγωθούν από δητίσκους (σκαθάρια του νερού), προνύμφες τριχοπτέρων και σαλιγκάρια. 

Οι γυρίνοι, που έχουν τέσσερα πόδια εξ αρχής σε αντίθεση με του γυρίνους των άνουρων αμφιβίων, τρέφονται με ζωοπλαγκτό και μικρά καρκινοειδή όπως Daphnia sp. και κωπήποδα. Οι γυρίνοι μεταμορφώνονται και μπορούν να είναι ανεξάρτητοι από το νερό στο τέλος του καλοκαιριού. Τα ώριμα άτομα τρέφονται με μεγαλύτερο μεγέθους ασπόνδυλα όλων των ειδών στην χερσαία φάση: έντομα, μαλάκια και γαιοσκώληκες αλλά και με γυρίνους στην υδάτινη φάση.  

Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους μετακινούνται σε αποστάσεις μικρότερες των 100 μέτρων από την θέση αναπαραγωγής αλλά μπορούν να βρεθούν και πολλές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα. Το μέγιστο που έχει καταγραφεί είναι λιγότερο από 2 χλμ. Με τις μετακινήσεις αποικίζουν διπλανά λιμνία και υπάρχουν γενετικές ανταλλαγές μεταξύ των πληθυσμών. Ανάλογα με την απόσταση από γειτονικούς πληθυσμούς, ο κάθε τοπικός πληθυσμός δέχεται και τροφοδοτεί με αποικιστές άλλους τοπικούς πληθυσμούς. Η εξέταση της διατήρησης του είδους πρέπει να γίνεται στο σύνολο των τοπικών πληθυσμών που αποικίζουν ένα κατακερματισμένο ενδιαίτημα (μεταπληθυσμός).

Διαχειμάζει, από τον Οκτώβριο έως τον Φεβρουάριο κάτω από πέτρες και πεσμένα ξύλα ή κάτω από ρίζες δένδρων.  

Τα ψάρια είναι θηρευτές των αυγών και των γυρίνων και το είδος εξαφανίζεται όταν εισαχθούν ψάρια στις θέσεις αναπαραγωγής του. 

Ένα πρόβλημα που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρό είναι η συλλογή του για ενυδρεία. Πολύ συχνά αυτό γίνεται ασυλλόγιστα από περιέργεια. 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι η καταστροφή των θέσεων αναπαραγωγής στις αγροτικές περιοχές ή το γρήγορο στέγνωμα των θέσεων αναπαραγωγής λόγω της αποστράγγισης των εδαφών. Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις βόρειες χώρες, η υδροπερίοδος είναι διαφορετική καθώς η ξηρή περίοδος διαρκεί περισσότερο και η στάθμη των υδάτινων σωμάτων πέφτει δραματικά. Ως αποτέλεσμα τα αμφίβια δεν προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν την μεταμόρφωση. Πρόσθετο πρόβλημα είναι η ρύπανση από την γεωργία και τα απόβλητα της κτηνοτροφίας.

Βασικές αρχές για την διατήρηση ή δημιουργία θέσεων αναπαραγωγής

Από τα παραπάνω συνάγονται μερικές βασικές αρχές για την δημιουργία ή διατήρηση θέσεων αναπαραγωγής του μακεδονικού τρίτωνα:

  • λιμνίο αναπαραγωγής βαθύτερο από αυτά άλλων ειδών που θα διατηρεί βάθος μεγαλύτερο από 50 εκ κατά την ξηρή περίοδο 
  • λιμνίο με βλάστηση υφυδατική αλλά με διατήρηση ανοικτού πυθμένα σε μεγάλο ποσοστό ώστε να μπορεί να γίνεται το ζευγάρωμα
  • η υπερυδατική βλάστηση ευνοεί τους τρίτωνες αλλά είναι αρνητική όταν κατακλύσει το λιμνίο. Οι τρίτωνες δεν είναι παρόντες όταν αυτή κυριαρχεί απόλυτα στο λιμνίο. 
  • στην περιβάλλουσα το λιμνίο έκταση πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες για την διαχείμαση του είδους
  • δεν πρέπει να υπάρχουν ψάρια στο λιμνίο  
  • είναι καλό να υπάρχει ένα δίκτυο λιμνίων διατεταγμένα με τρόπου που να επιτρέπει τις μετακινήσεις μεταξύ των πληθυσμών. Το άριστο είναι οι αποστάσεις να μην είναι μεγαλύτερες από 100 μέτρα. 
  • τα λιμνία θα πρέπει να διασφαλίζονται από την ρύπανση και την κατάληξη σε αυτά οργανικού φορτίου, λιπασμάτων ή ζιζανιοκτόνων. 
Βαλκανικός λοφιοφόρος τρίτωνας από την περιοχή Βόλβης

Γενικά στοιχεία για την κατασκευή λιμνίων και λιμνοδεξαμενών που ευνοούν την πανίδα

Διαφορετικές ομάδες πανίδας χρησιμοποιούν διαφορετικά τα λιμνία και απαιτούν διαφορετικές συνθήκες. Εξαρτάται από την βιολογία τους και από τις συνθήκες για την ανεύρεση τροφής. 

Τα βασικά στοιχεία για την κατασκευή των λιμνίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ώστε να ευνοούνται τα είδη της πανίδας είναι τα εξής: 

• Το βάθος του νερού 

• Η περιοδική διακύμανση της στάθμης

• Η επιφάνεια του νερού

• Το σχήμα του λιμνίου

• Το ανάγλυφο του πυθμένα, τμήματα ρηχά και βαθύτερα

• Το υλικό του πυθμένα

• Η πρόσβαση σε ζώα για πότισμα 

• Η ύπαρξη υλικών για καταφύγιο ή και διαχείμαση κοντά στο λιμνίο

Για την κατασκευή των λιμνίων ή λιμνοδεξαμενών είναι απαραίτητα έργα διαμόρφωσης – χωματουργικά και υδραυλικά. Είναι προτιμότερο να είναι χωμάτινα, διότι αναπτύσσεται φυσική βλάστηση και όχι τσιμεντένιες. Βέβαια αν το έδαφος δεν είναι στεγανό, όπως στην περίπτωση του αργιλώδους υποστρώματος, θα πρέπει να αναζητηθεί λύση που μπορεί να περιλαμβάνει τσιμέντο ή άλλο αδιαπέραστο υλικό, όπως σκληρές πλαστικές μεμβράνες. 

Η διαβάθμιση του βάθους είναι προτιμότερη διότι υπάρχει ετερογένεια, αναπτύσσονται διαφορετικά φυτά και σε περίπτωση πτώσης της στάθμης θα παραμείνει νερό. Το ανάγλυφο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον σχεδιασμό όπως στην περίπτωση των σχεδίων που ακολουθούν.

Διαμόρφωση λιμνίου που φιλοξενεί λοφιοφόρους τρίτωνες σε τοπίο με κλίση του εδάφους στην Θράκη (σχέδιο Αηδόνα Ούτσιου με τις οδηγίες του Δ. Μπούσμπουρα)

Αν στην περιοχή βόσκουν ζώα κτηνοτροφίας θα πρέπει η πρόσβαση στο μισό της περιμέτρου να αποκλείεται ή να υπάρχει κοντά άλλη υποδομή για το πότισμα των ζώων. 

Διαμόρφωση λιμνίου που φιλοξενεί λοφιοφόρους τρίτωνες σε τοπίο με κλίση του εδάφους στην Θράκη. Τομή (σχέδιο Αηδόνα Ούτσιου με τις οδηγίες του Δ. Μπούσμπουρα)

Στην συνέχεια δίνονται ορισμένα στοιχεία για τις ανάγκες ομάδων ειδών που ζουν, αναπαράγονται ή τρέφονται σε μικρούς υγροτόπους ή λιμνοδεξαμενές (Μπούσμπουρας 1998). 

Βάθη και βλάστηση λιμνίων που ευνοούν την πανίδα που ζει ή τρέφεται σε λιμνοδεξαμενές

ΕΙΔΟΣΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΒΑΘΟΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗ – ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΒΥΘΟΥ 
Ασπόνδυλα– ανώμαλη διαμόρφωση βυθού  – βλάστηση υδρόβιων μακροφύτων, όχι πολύ πυκνή και φύκη – πέτρες στον βυθό
Αμφίβια15 cm – 2 m  – βλάστηση υδρόβιων μακροφύτων, όχι πολύ πυκνή – πέτρες στον βυθό
Παρυδάτια– 15 cm – χωρίς βλάστηση  
Πάπιες40 cm – 60 cm (για διατροφή)– βλάστηση υδρόβιων μακροφύτων, αραιή  
Νερόκοτες 40 cm – 60 cm (για διατροφή)– βλάστηση υδρόβιων μακροφύτων – στην περιφέρεια της λιμνοδεξαμενής ποώδης βλάστηση και θάμνοι ή δένδρα σε συστάδα 
Βουτηχτάρια0,5 m – 2,5 m (για διατροφή)– ανοικτά νερά   
Στρουθιόμορφα_– στην περιφέρεια της λιμνοδεξαμενής θάμνοι ή δένδρα – καλάμια (για τις ποταμίδες)

Τεχνικά στοιχεία για την δημιουργία λιμνίων 

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μεγάλη εμπειρία από λιμνία, υπάρχει όμως  εμπειρία από την κατασκευή λιμνοδεξαμενών για την άρδευση και εμπειρία από την κατασκευή μικρών λιμνοδεξαμενών ή λιμνίων για την ύδρευση. Τα τελευταία, στους ορεινούς και ημιορεινούς χώρους, κατασκευάστηκαν από κτηνοτρόφους για την άρδευση  κτηνοτροφικών ζώων, προβάτων και γιδιών. Πολλά από αυτά έχουν αποικιστεί από τρίτωνες, διαφορετικών ειδών. Το πότισμα των ζώων αποτρέπει την υπερβολική ανάπτυξη της υπερυδατικής βλάστησης και είναι επιθυμητό με ιδανικές τις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει πρόσβαση σε όλη την περίμετρο του λιμνίου, όπως στο σχέδιο που παρατέθηκε και το οποίο αναπαριστά πραγματικό λιμνίο.  

Σε άλλες χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ και υπάρχει μεγάλη εμπειρία από την κατασκευή λιμνίων με στόχο την διατήρηση των αμφιβίων. Διαμορφώνονται σε αγροτικές περιοχές ή στην περιφέρεια δασών αλλά ακόμα και σε αυλές αγροτικών σπιτιών.

Τα λιμνία μπορούν να κατασκευαστούν με το χέρι ή με μηχανήματα εκσκαφής. Ανάλογα με το είδος το οποίο επιθυμεί ο κατασκευαστής να ευνοήσει διαμορφώνονται βαθύτερες και  ρηχότερες θέσεις και τοποθετείται η ανάλογη  υφυδατική ή υπερυδατική υδατική βλάστηση.

Μερικά είδη απαιτούν υφυδατική βλάστηση, όπως για παράδειγμα οι τρίτωνες για να κολλήσουν εκεί τα αυγά τους. Άλλα είδη όπως οι δεντροβάτραχοι χρειάζονται υπερυδατική  βλάστηση και δέντρα κοντά ως θέσεις καλέσματος. 

Η μεταφορά του νερού μπορεί να γίνει με επιφανειακή ροή ή με σωλήνες. 

Τα λιμνία για να είναι στεγανά επιστρώνονται με άργιλο, μπεντονίτη, φύλλο αλουμινίου, καουτσούκ ή πλαστικό. Στην Ελλάδα παράγεται μπετονίτης, στην Μήλο, και συνίσταται η χρήση του για την στεγανοποίηση ειδικά τμημάτων που δεν επιθυμούμε να αναπτυχθεί υπερυδατική βλάστηση. Ο άργιλος θα πρέπει να τοποθετείται σε παχύ στρώμα διότι καταστρέφεται με την πάροδο του χρόνου, ειδικά αν το καλοκαίρι αποκαλύπτεται ο πυθμένας και υπάρχει ισχυρή επίδραση του ανέμου. 

Τα λιμνία γεμίζουν από το νερό της βροχής, αλλά είναι προτιμότερο να υπάρχει μια μόνιμη χαμηλή ροή, ώστε να μην ξηραίνονται το καλοκαίρι. Αν υπάρχουν βαθύτερες θέσεις διασφαλίζεται ότι λειτουργήσουν ως καταφύγιο για γυρίνους και ασπόνδυλα κατά την ξηρή περίοδο. 

Μερικές φορές μαζί με την απορροή καταλήγουν στο λιμνίο και φερτές ύλες που μπαζώνουν και μειώνουν το βάθος. Αν υπάρχει αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να γίνεται σταθεροποίηση των πρανών, ή περίφραξη των μεγάλων κλίσεων ώστε να αναπτυχθεί φυσική βλάστηση. Αν τα φερτά καταλήγουν στο λιμνίο από κάποιο ρέμα ή φυσική απορροή θα πρέπει να υπάρξει ανάντη κατασκευή για την ανάσχεση των φερτών υλών.

 Σε ορισμένες περιπτώσεις τοποθετείται ζωοπλαγκτόν για να υπάρχει διαθέσιμη τροφή για τους γυρίνους. 

Τα αμφίβια συνήθως αποικίζουν πολύ γρήγορα την θέση. Μεταφορά από κοντινά λιμνία  μπορεί να γίνει μερικούς μήνες μετά την δημιουργία του λιμνίου. Όχι όμως εισαγωγή από άλλη περιοχή.  Η μεταφορά αυτή πρέπει να γίνεται μόνο από βιολόγους με επαρκή αιτιολόγηση για την συγκεκριμένη περίπτωση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να γίνεται καθαρισμός από την υπερυδατική βλάστηση (καλάμια και ψαθιά), αν αυτή κατακλύζει το μεγαλύτερο ποσοστό της επιφανείας.  Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στην Ελλάδα τα καλάμια αναπτύσσονται σε βάθος νερού έως και 4 μέτρα και με υψηλή αντοχή στην αυξομείωση της στάθμης, ενώ τα ψαθιά σε ρηχά εδάφη με μικρή αυξομείωση της στάθμης.

Για την Ελλάδα η μερική σκίαση μπορεί να είναι επιθυμητή, ώστε να μην αυξάνεται υπερβολικά η θερμοκρασία στο λιμνίο. Μπορούν να φυτευτούν δένδρα κοντά ώστε να περιορίζεται η άμεση θέρμανση του νερού, αλλά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να αφήνεται ο ήλιος να φωτίζει το λιμνίο.  Σε μεγάλα υψόμετρα αυτό δεν είναι απαραίτητο.  

Μακεδονικός τρίτωνας από την περιοχή Ολύμπου

 Στην συνέχεια δίνονται απλές οδηγίες για την κατασκευή μικρών λιμνοδεξαμενών ή λιμνίων που προσομοιάζουν σε φυσικό υγρότοπο έχοντας λάβει υπόψη τις ανάγκες της πανίδας:

  • Δεν θα πρέπει να καταστρέφουμε έναν υπάρχοντα υγρότοπο για να κατασκευάσουμε μια λιμνοδεξαμενή. Τέτοιου τύπου καταστροφές συμβαίνουν είτε με την καταστροφή ενός μικρού έλους με τις εργασίες εκβάθυνσης και διεύρυνσης, είτε με την υδρομάστευση και την συγκράτηση φερτών και την συνεπακόλουθη υποβάθμιση παράκτιου υγροτόπου κατάντη. Πολλές φορές οι ανάγκες για νερό μπορούν να εξυπηρετηθούν με την κατασκευή μιας λιμνοδεξαμενής κατάντη του υγροτόπου τον οποίο θα πρέπει να αφήσουμε ανεπηρέαστο.
  • Είναι προτιμότερο να υπάρχει κοντά φυσικό ή ημιφυσικό ενδιαίτημα (δασάκι, θαμνώνας, λιβάδι, ανεπτυγμένοι φυτοφράκτες κλπ). Σ΄ αυτό θα βρουν καταφύγιο τα αμφίβια και τα στρουθιόμορφα πουλιά.
  • Το μέγιστο βάθος θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο από 1,5 m, ώστε να ευνοούνται περισσότερα είδη και να παραμένει νερό σε δύσκολες συνθήκες ξηρασίας.    
  • Το σχήμα της περιμέτρου θα πρέπει να είναι ακανόνιστο και να σχηματίζονται κολπίσκοι. 
  • Η στάθμη δεν θα πρέπει να αυξομειώνεται έντονα. Το μέγιστο του υποβιβασμού της στάθμης  δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 20 – 30 cm. Μια λύση σε επικλινές έδαφος είναι η κατασκευή δεύτερου ταμιευτήρα ανάντη ο οποίος θα τροφοδοτεί τον πρώτο με νερό κατά την κρίσιμη περίοδο έλλειψης νερού. Η έσχατη λύση είναι η κατασκευή εκβαθύνσεων ώστε να παραμένει νερό στον πυθμένα. 
  • Αν δεν είναι στεγανό το έδαφος μπορούμε να το καλύψουμε: α) με 20 cm άργυλο, κάτι όμως δύσκολο στις κλίσεις β) με γεωύφασμα και συνθετικό καουτσούκ EPDM γ) με σκυρόδερμα με πλέγμα για την διατήρησή του και από άνω για την προστασία από την διάβρωση με μη τοξικό επαλειφόμενο τσιμεντοειδές στεγανωτικό κρυσταλλικής δράσης για στεγάνωση σκυροδέματος. Πάνω από αυτά τοποθετούμε λεπτή στρώση χώματος για να καταστεί δυνατόν να αναπτυχθεί υφυδατική βλάστηση.
  • Μπορούμε να μεταφέρουμε υδρόβια φυτά από κοντινό φυσικό υγρότοπο. Μαζί μ’ αυτά θα μεταφερθούν και φυτοπλαγκτόν, ζωοπλαγκτόν και ασπόνδυλα που βρίσκονται ανάμεσα στα φύλλα ή το ριζικό τους σύστημα. 
  • Στην μία πλευρά, κατά προτίμηση προς την βαθύτερη πλευρά της λιμνοδεξαμενής θα πρέπει να φυτευτούν λίγα δένδρα και θάμνοι σε συστάδες, με τρόπου που να αποφεύγεται η πλήρης σκίαση.  
  • Είναι προτιμότερο για την πανίδα η μία πλευρά της λιμνοδεξαμενής να έχει μικρότερη κλίση. Έτσι θα αναπτυχθεί υδρόβια βλάστηση που θα χρησιμεύσει σαν καταφύγιο για την πανίδα. Για τον σκοπό αυτό μπορούν να γίνουν ειδικές κατασκευές που θα διασφαλίζουν μόνιμα ρηχά νερά. 
  • Ορισμένα τμήματα του βυθού θα πρέπει να έχουν πέτρες και χαλίκια για να ευνοηθούν τα ασπόνδυλα. Πέτρες επίσης μπορούν να τοποθετηθούν στην ακτή. 
  • Θα πρέπει να κατασκευαστεί περίφραξη στην μία τουλάχιστον πλευρά ώστε να αναπτυχθεί ελεύθερα η θαμνώδης βλάστηση και καλαμιώνας στο ανάχωμα της λιμνοδεξαμενής και παράλληλα θα προστατευθούν τα είδη που αναζητούν εκεί καταφύγιο από τους χερσαίους θηρευτές (αλεπούδες, σκύλοι, γάτες). Η περίφραξη πρέπει να έχει άνοιγμα πλέγματος μεγαλύτερο από 8 cm και να απέχει από το έδαφος 10 cm ώστε να περνούν αμφίβια, νεροχελώνες και άλλα μικρά ζώα. 
  • Θα πρέπει όμως να προβλεφθεί λύση για το πότισμα κοπαδιών που βόσκουν στην περιοχή όπως είναι η κατασκευή ποτίστρας σε κοντινό σημείο. 
  • Μπορούμε να μεταφέρουμε γυρίνους ή αυγά αυτόχθονων αμφιβίων. Πολλά είδη επιστρέφουν για αναπαραγωγή αποκλειστικά στα μέρη που γεννήθηκαν. 
  • Δεν θα πρέπει να μεταφέρουμε ψάρια. Πολλά είδη είναι ανταγωνιστικά για την τροφή με τα αμφίβια και τα πουλιά ή τρέφονται με την υδρόβια βλάστηση.
  • Η επιφάνεια, αν θέλουμε να ευνοήσουμε τα αμφίβια δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από 100 έως 200 m2, ώστε να αποφεύγεται η προσέγγιση παπιών που μπορεί να μεταφέρουν αυγά ψαριών. Είναι προτιμότερο να γίνουν δύο μικρά λιμνία αντί ένα μεγάλο.
  • Η ελάχιστη επιφάνεια πρέπει να είναι 20 m2.
  • Τα κοντινά λιμνία καλό είναι να απέχουν λιγότερο από 100 m και ανάμεσα να υπάρχει φυσικοί βλάστηση.
  • Κοντά στο λιμνίο είναι καλό να υπάρχουν σωροί από βράχους, μεγάλες πέτρες και κορμούς  ξύλων για να λειτουργούν ως καταφύγιο για αμφίβια.
  • Δεν πρέπει να υπάρχουν κωνοφόρα γιατί αυξάνουν την οξύτητα των υδάτων και δεν χρησιμοποιούνται για καταφύγιο.

Η ελαφρά βόσκηση το ένα άκρο του λιμνίου οδηγεί σε περιορισμό της υπερυδατικής βλάστησης που τείνει να επεκτείνεται και να καταλαμβάνει όλη την έκταση. Η βόσκηση από αγελάδες όμως είναι πρόβλημα καθώς εισέρχονται στο νερό σε μεγαλύτερο βάθος. Αν δεν υπάρχει εναλλακτική θέση ποτίσματος υπάρχει ο κίνδυνος οι αγελάδες να πιούν όλο το νερό.  

Θεωρούμε αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει προσοχή σε σχέση με την ρύπανση. Σημειώνεται ότι η ποιότητα των υδάτων επηρεάζεται αρνητικά και από τα απόβλητα της κτηνοτροφίας. Η υδατική σύνδεση των λιμνίων με πηγές ή ποτίστρες είναι μια δυνατότητα στις ορεινές περιοχές αλλά πρέπει να υπάρξει προσοχή ώστε να μην υπάρχει ρύπανση και μόλυνση των υδάτων του λιμνίου που θα κατασκευαστεί. 

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Φωτογραφία κορυφής: Βαλκανικός λοφιοφόρος τρίτωνας, από τις καταγραφές στην λεκάνη απορροής των λιμνών Κορώνεια και Βόλβη (κρατιέται με γάντια μιας χρήσης για την αποφυγή μετάδοσης ασθενειών).