Γιατί προστατεύουμε τους τόπους Natura και τι επιδιώκουμε

Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή:

  • την καταδίκη της χώρας Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με την οποία καταδικάστηκε η Ελλάδα γιατί δεν έχει οργανώσει επαρκώς το σύστημα προστασίας των τόπων Natura 2000[1].
  • την εκπόνηση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και Διαχειριστικών Σχεδίων για όλους τους τόπους Natura πού βρίσκεται σε εξέλιξη χωρίς όμως το ίδιο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και οι  περισσότεροι μελετητές να έχουν αντιληφθεί, ή  κάνουν πως δεν έχουν αντιληφθεί, τι διακυβεύεται πραγματικά. Πιστεύω ότι ορισμένοι έχουν μεγάλη άγνοια για την ίδια την ουσία  της θεσμοθέτησης και την σκοπιμότητα των τόπων Natura. 

Θα πρέπει κανείς να διαβάσει προσεκτικά την απόφαση[2] λέξη προς λέξη για να αντιληφθεί το πνεύμα της διαχείρισης των τόπων Natura. Η χώρα δεν θέσπισε εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών όλα τα αναγκαία μέτρα για τον καθορισμό των κατάλληλων στόχων διατήρησης και των κατάλληλων μέτρων διατήρησης. Οι λέξεις-κλειδιά είναι: κατάλληλων Στόχων Διατήρησης και κατάλληλων Μέτρων Διατήρησης.  Οι έννοιες Στόχος Διατήρησης και Μέτρα Διαχείρισης είναι πολύ βασικές και έχουν εξειδικευτεί σε μια μακρά πορεία από το 1992, οπότε εκδόθηκε η βασική νομοθεσία για τους τόπους NATURA, η οδηγία 92/43, ή οδηγία των οικοτόπων όπως συνηθίζεται να ονομάζεται.

Ας δούμε τι σημαίνουν. Αλλά πρώτα παραθέτω μερικά γενικά στοιχεία για το δίκτυο NATURA 2000 και την οργάνωση προστατευόμενων περιοχών σε εθνικό επίπεδο (επίπεδο χώρας μάλλον, γιατί το έθνος εκτείνεται σε δύο χώρες. Η Κύπρος ακολουθεί άλλες διαδικασίες, αλλού καλύτερα και αλλού χειρότερα).

Το δίκτυο NATURA

Η Οδηγία των οικοτόπων κατέληξε στην  δήλωση τόπων κοινοτικής σημασίας (ΤΚΣ) από τις χώρες μέλη και, το 2006, μετά από απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορά όλες τις χώρες υιοθετήθηκαν ως οι βασικοί τόποι του δικτύου NATURA από την Ε.Ε[3]. και εφεξής χαρακτηρίζονται ως Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ). Κατ’ αντιστοιχία, με βάση τις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά και μετά από μελέτες του Υπουργείου Περιβάλλοντος, δηλώθηκαν οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Πρόκειται για περιοχές οι οποίες δηλώνονται από τις χώρες μέλη και έχουν ως στόχο την διατήρηση των άγριων πτηνών. 

ΟΙ ΕΖΔ και ΖΕΠ συνιστούν το δίκτυο NATURA. Έχουν διαφορετικά όρια αλλά η επικάλυψη μεταξύ τους είναι συχνά μεγάλη[4].

Σε άλλες χώρες υπήρχαν ήδη πολλές προστατευόμενες περιοχές και αυτό που έκαναν ήταν να εντάξουν  αυτές ή τμήματα τους στο δίκτυο Natura. Στην Ελλάδα όμως είχαμε μόνο τους εθνικούς δρυμούς και τους μεγάλους υγρότοπους, που προστατεύονται βάσει της σύμβασης Ραμσάρ. Υπάρχουν βέβαια και τα Καταφύγια Άγριας Ζωής, τα οποία όμως αρχικά ορίστηκαν ως καταφύγια θηραμάτων για την διατήρηση δηλαδή των πληθυσμών των θηρεύσιμων ειδών. Έτσι στην πραγματικότητα η οριοθέτηση των ΕΖΔ και ΖΕΠ  ήταν η σοβαρότερη κίνηση για την δημιουργία ενός δικτύου προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα.  Το δίκτυο αυτό περιλαμβάνει βέβαια τους εθνικούς δρυμούς και τους υγροτόπους Ραμσάρ αλλά και πολλές άλλες περιοχές[5]. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ένα πλαίσιο προστασίας και διαχείρισης.

Σε άλλες χώρες της Ε.Ε. , ίσως επειδή η καταστροφή ήταν πολύ μεγαλύτερη, γίνονται μεγάλες προσπάθειες. Στην Ελλάδα ή οποία είναι ίσως η σημαντικότερη χώρα στην Ε.Ε. όσον αφορά την βιοποικιλότητα, καθώς έχει τον μεγαλύτερο αριθμό ειδών σε σχέση με την έκτασή της, και σε απόλυτους αριθμούς παρόμοιους με την πολύ μεγαλύτερη σε έκταση Ισπανία, ισχύουν τυπικά οι ίδιες αρχές, αλλά στην πράξη υπάρχει μεγάλη υστέρηση. Δυστυχώς παρά το ότι στο Ελληνικό Σύνταγμα η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος έχει αναβαθμιστεί στο σύνταγμα και αναφέρεται στο ίδιο άρθρο με το πολιτιστικό περιβάλλον, στο οποίο υπάγονται οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία, δεν εξειδικεύεται με την ίδια στόχευση και επιμονή. 

 Μόλις τώρα μετά από πιέσεις και πριν να καταλήξει η χώρα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ή να αναγκαστεί να επιστρέψει χρήματα, που πήρε για τις μελέτες που εκπονήθηκαν αλλά δεν υλοποιήθηκαν, εκπονεί οργανωμένα Σχέδια Διαχείρισης μαζί με τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες για τον καθορισμό ζωνών και ρυθμίσεων με Προεδρικό Διάταγμα σε κάθε Προστατευόμενη Περιοχή της χώρας[6]. Η κάθε προστατευόμενη περιοχή με το ελληνικό πλέον δίκαιο θα περιλαμβάνει διαφορετικούς επικαλυπτόμενους ή με οικολογική συνάφεια τόπους NATURA. Είναι μια διαδικασία που ελπίζουμε να λήξει μετά από 30 χρόνια προσπαθειών[7].  Μετά τις τροποποιήσεις του νόμου για τις προστατευόμενες περιοχές οι μελέτες είχαν παγώσει για σχεδόν έναν χρόνο αλλά αναμένεται πλέον να τεθούν σε δημόσια διαβούλευση εντός του 2021. 

Η διαδικασία οργάνωσης της διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών έχει περάσει από πολλά στάδια:

α) την δημιουργία, το 2003, των Φορέων Διαχείρισης των Προστατευόμενων Περιοχών (ΦΔΠΠ) που δεν κάλυπταν όλους του τόπου του δικτύου NATURA

β) σε μια τυπική ένταξη σε ΦΔΠΠ όλων των περιοχών NATURA, το 2018, με προφανή σκοπό να αποφύγει η χώρα άλλη μία καταδίκη και

γ) την πρόσφατη δημιουργία του ΟΦΥΚΕΠΑ (Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής) με 24 υπαγόμενες σε αυτόν Μονάδες Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών. Η Οργάνωση του ΟΦΥΚΕΠΑ βρίσκεται σε εξέλιξη.

Οι στόχοι διατήρησης

Υπήρχε παλιότερα μία μεγάλη συζήτηση περί των εννοιών διαχείριση και προστασία. Και η αλήθεια είναι ότι σε διάφορα κείμενα άλλες φορές υπάρχει η έκφραση «προστασία περιοχών Natura» και άλλες φορές η έκφραση «διαχείριση περιοχών Natura». Το σωστό όμως είναι η διαχείριση των τόπων NATURA με σκοπό την διατήρηση το στοιχείων για τα οποία τέθηκαν σε ειδικό καθεστώς

Η χρήση των όρων έχει πολύ μεγάλη σημασία καθώς δείχνει τι κατανοεί κάποιος όταν τους διατυπώνει και τι προτίθεται να κάνει. Π.χ. κάποιοι, το 1999, μετέφραζαν τον τίτλο του Προγράμματος «Conservation management for Special Protetected areas» απλά ως «διαχείριση» αντί «Διαχείριση για την Διατήρηση» όπως ο αείμνηστος καθηγητής Π.Α. Γεράκης, Διευθυντής του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων Υγροτόπων, είχε προτείνει ως δόκιμο.

Η έννοια της διατήρησης προβλέπει ότι ένα είδος θα διατηρηθεί σε ένα συγκεκριμένο τόπο ή σε μια χώρα ή σε μια βιογεωγραφική ενότητα και θα αρθούν οι απειλές που περιορίζουν τον πληθυσμό ή τα ενδιαιτήματά του. Μάλιστα μπορεί να υπολογιστεί όταν γνωρίζουμε την βιολογία του και τον ρυθμό αναπαραγωγής του, τον ελάχιστο αριθμό ατόμων για να είναι γενετικά εύρωστο, βάσει μοντέλων της πληθυσμιακής οικολογίας, ο Ελάχιστος Βιώσιμος Πληθυσμός. Υπολογίζοντας την αναπαραγωγική επιτυχία, την εξάπλωση του είδους, την διαθεσιμότητα ενδιαιτημάτων και τις απειλές είναι δυνατόν επίσης να υπολογιστεί πότε ένα είδος θα εξαφανιστεί αν δεν αρθεί η πίεση στον πληθυσμό. Η καλή γνώση, συνεπώς, της πληθυσμιακής κατάστασης και των πιέσεων για ένα είδος είναι απαραίτητη ώστε να αναληφθούν δράσεις για την διατήρησή του.

Κατά αντιστοιχία για τους οικοτόπους[8], που αποτελούν και το ενδιαίτημα των ειδών, υπάρχει  ειδική προσέγγιση εκτίμησης  της κατάστασης διατήρησής των οικοτόπων ως προς την ποικιλότητα – αντιπροσωπευτικότητα και την  φυσικότητα ως προς την δομή και τις λειτουργίες του οικοτόπου. Βασικά στοιχεία είναι η σύνθεση των ειδών με φυτοκοινωνιολογική προσέγγιση και η παρουσία χαρακτηριστικών ειδών. Ένα δάσος δρυών αποψιλωτικά διαχειριζόμενο είναι πολύ διαφορετικό από ένα δάσος όπου υλοτομίες γίνονται επιλεκτικά. Ενώ ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία ειδών παρουσιάζει ένα δάσος που είναι σε φυσική εξέλιξη με πολλά νεκρά κατακείμενα και ιστάμενα δέντρα, που αποτελούν ενδιαίτημα για πολλά σπάνια είδη.  

Η διαχείριση πρέπει να έχει ως στόχο την κατάσταση του είδους ώστε να είναι ικανοποιητική με την έννοια ότι το είδος θα συνεχίσει να υπάρχει απρόσκοπτα. Άλλωστε η ίδια η οδηγία το γράφει καθαρά: Η «κατάσταση της διατήρησης ενός είδος» κρίνεται ως «ικανοποιητική» όταν:

  • τα δεδομένα τα σχετικά με την πορεία των πληθυσμών του οικείου είδους δείχνουν ότι το είδος αυτό εξακολουθεί και μπορεί να εξακολουθεί μακροπρόθεσμα να αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο των φυσικών οικοτόπων στους οποίους ανήκει και
  • η περιοχή της φυσικής κατανομής του είδους αυτού δεν φθίνει ούτε υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί κατά το προβλεπτό μέλλον και
  • υπάρχει και θα συνεχίσει πιθανόν να υπάρχει ένας οικότοπος σε επαρκή έκταση ώστε οι πληθυσμοί του να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα

Κατά τον ίδιο τρόπο η «κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικοτόπου» θεωρείται «ικανοποιητική» όταν:

  • η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που περιέχει μένουν σταθερές ή αυξάνονται και
  • η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για την μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατόν να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον και
  • η κατάσταση της διατήρησης των χαρακτηριστικών ειδών κρίνεται ικανοποιητική κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου

Οι νομικοί όροι που αναφέρονται εξειδικεύονται σε κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που παραπέμπουν στην Βιολογία της διατήρησης – conservation biology, τον εφαρμοζόμενο ή «τεχνικό» κλάδο της επιστήμης της οικολογίας. Για την προστασία της βιοποικιλότητας η επιστήμη της Βιολογίας της διατήρησης έχει για την διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος ρόλο ανάλογο με αυτόν που έχει η Αρχαιολογία για την διατήρηση τον αρχαιολογικών χώρων και μνημείων. Μόνο που στην περίπτωση αυτή είδη, πληθυσμοί και ενδιαιτήματα είναι δυναμικά και μεταβαλλόμενα στοιχεία. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο χρησιμοποιούνται μοντέλα και εκτιμήσεις που προκύπτουν από την οικολογία. 

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού canservation biology (1987)

Οι στόχοι διατήρησης για την έλλειψη των οποίων καταδικάστηκε η χώρα καθορίζονται[9] βάσει των οικολογικών απαιτήσεων των τύπων φυσικών οικοτόπων και των ειδών που εντάσσονται στα παραρτήματα των οδηγιών. Οι χώρες πρέπει να επιτύχουν την ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης τύπων οικοτόπων και ειδών ή την αποκατάστασή τους, λαμβάνοντας υπόψη τις πλέον προωθημένες επιστημονικές γνώσεις στον τομέα. Οι στόχοι διατήρησης είναι η μετάφραση σε τοπικό επίπεδο του γενικού στόχου που είναι η επίτευξη Ικανοποιητικής Κατάστασης Διατήρησης σε εθνικό, βιογεωγραφικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι στόχοι διατήρησης θα πρέπει (όπως ακριβώς το περιγράφει έγγραφο της Ε.Ε.):

  • να είναι σαφείς – να αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ενδιαφέροντος (είδος ή τύπο οικοτόπου) και να καθορίζονται οι όροι που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου διατήρησης
  • να είναι μετρήσιμοι και να μπορούν να περιληφθούν σε εκθέσεις – να δίνουν τη δυνατότητα παρακολούθησης για να καθοριστεί εάν επιτυγχάνονται οι στόχοι
  • να είναι ρεαλιστικοί – να παρέχονται ένα λογικό χρονικό πλαίσιο και μια λογική χρήση των πόρων
  • η προσέγγιση να είναι συνεπής – η δομή των στόχων διατήρησης πρέπει να είναι, στο μέτρο του δυνατού, η ίδια σε όλους τους τόπους, και σε τόπους που υποστηρίζουν το ίδιο χαρακτηριστικό ενδιαφέροντος, και να χρησιμοποιούνται παρόμοια στοιχεία και στόχοι για την περιγραφή της ικανοποιητικής κατάστασης· και
  • να είναι περιεκτικοί – τα στοιχεία και οι στόχοι θα πρέπει να καλύπτουν τις ιδιότητες του χαρακτηριστικού ενδιαφέροντος που χρειάζονται για να περιγραφεί η κατάστασή του ως ικανοποιητική ή μη ικανοποιητική.

Έχει υιοθετηθεί να χρησιμοποιείται τελικά ο όρος Κατάσταση Διατήρησης σε επίπεδο χώρας, ενώ σε επίπεδο περιοχής η αξιολόγηση χαρακτηρίζεται ως Βαθμός Διατήρησης και αυτό αποτυπώνεται στην περιγραφή κάθε περιοχής. Στα φύλλα περιγραφής (Τυποποιημένα Έντυπα Δεδομένων) κάθε περιοχή αναφέρονται για κάθε τύπο οικοτόπου και για κάθε είδος ο Βαθμός διατήρησης.

Για να καθοριστούν στόχοι διατήρησης πρέπει να καθοριστούν οι Επιθυμητές (Ευνοϊκές) Τιμές Αναφοράς (ΕΤΑ) σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο τόπου ώστε να επιτευχθεί Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης. Αυτό είναι ένα δύσκολο ζήτημα. Ορισμένοι έχουν προτείνει μια κάπως νομική προσέγγιση: να υιοθετηθούν οι πληθυσμοί ειδών (πληθυσμός αναφοράς) και οι εκτάσεις (έκταση αναφοράς) και η κατάσταση δομής και λειτουργίας των φυσικών τύπων οικοτόπων που υπήρχαν όταν εκδόθηκαν οι οδηγίες, δηλαδή το 1979 για τα άγρια πτηνά και το 1992 για τα υπόλοιπα είδη και τους τύπους οικοτόπων.

Αυτή η προσέγγιση όμως δεν εγγυάται την μακρόχρονη διατήρησή τους στην περίπτωση που τότε βρίσκονταν σε πορεία υποβάθμισης, κάτι που θα οδηγούσε ίσως και στην εξαφάνιση. Αν π.χ. το είδος εκείνη την περίοδο βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση δυσμενή και όχι σε ικανοποιητική κατάσταση η θέσπιση μιας τέτοιας τιμής είναι μεγάλο λάθος.

Η σωστότερη μέθοδος για τα είδη με μικρούς πληθυσμούς είναι η ανάλυση βιωσιμότητας πληθυσμού με την χρήση πληθυσμιακών μοντέλων για την εκτίμηση του ελάχιστου βιώσιμου πληθυσμού, που αναφέρθηκε στην αρχή του κεφαλαίου. Αυτή η μέθοδος συνιστάται για μεγάλες βιογεωγραφικές ζώνες κυρίως. Για το τοπικό επίπεδο χρειάζεται και η εκτίμηση της έκτασης και της ποιότητας των κατάλληλων ενδιαιτημάτων που είναι απαραίτητα για το είδος και βάσει της φέρουσας ικανότητας αυτών να υπολογιστεί η ΕΤΑ. Για κάθε είδος χρειάζεται καλή γνώση της βιολογίας και της παρουσίας του στην περιοχή. Είναι διαφορετικός ο τρόπος προσέγγισης για είδη ευρείας διασποράς και είδη με συγκέντρωση, όπως π.χ. τα είδη που φωλιάζουν σε αποικίες ή απαιτούν ένα συγκεκριμένο ενδιαίτημα για να αναπαραχθούν. Ο στόχος κάθε προσέγγισης πρέπει να είναι να βρίσκεται το είδος σε καλή κατάσταση μακροχρόνια, αφού αυτός είναι ο σκοπός δημιουργίας του δικτύου NATURA και όχι σε «οριακή επιβίωση», όπως μπορεί να συμβαίνει σε τόπους εκτός του δικτύου.

Διαφορετική προσέγγιση απαιτείται για τους τύπους οικοτόπων καθώς στην περίπτωση αυτή τα κριτήρια αφορούν την έκταση, την δομή και την λειτουργία του ενδιαιτήματος Εδώ όμως υπάρχει εξ αρχής η χαρτογράφησή τους, στην Ελλάδα από το 2000. Η περίπτωση εξαφάνισης είναι σπάνια και αφορά κυρίως μικρής έκταση υδάτινα ενδιαιτήματα που απειλούνται από υδρολογικές αλλαγές κυρίως. Το κύριο ενδιαφέρον είναι στην σύνθεση των ειδών και την λειτουργία τους ως ενδιαίτημα για την χλωρίδα και την πανίδα.

Ένα διάγραμμα απεικόνισης της διαδικασίας επιλογής μεθόδου καθορισμού των ΕΤΑ για την ορνιθοπανίδα στις ΖΕΠ της Κύπρου

Για να παραχθούν οι ΕΤΑ για τα είδη θα πρέπει να είναι γνωστοί οι πληθυσμοί, η εξάπλωση του είδους, το ιστορικό στην περιοχή και τα κατάλληλα ενδιαιτήματα. Απαιτούνται δηλαδή συστηματικές και κατάλληλες καταγραφές και μελέτες. Οι πρώτες εκτεταμένες μελέτες σε επίπεδο χώρας πραγματοποιήθηκαν το 2014 -2015. Στο πρόγραμμα εποπτείας, όπως ονομάστηκε, δεν παράχθηκαν όμως πάντα αξιόπιστα αποτελέσματα, αλλά ευτυχώς για ορισμένα είδη υπάρχουν πολλά δεδομένα μέσω ειδικών προγραμμάτων. Για τα πουλιά, τις καταγραφές υλοποίησε μια ομάδα που πλαισίωνε την κυνηγετική συνομοσπονδία η οποία δεν ασχολήθηκε συστηματικά και τα αποτελέσματά της δεν αξιολογήθηκαν ως αξιόπιστα από την Ε.Ε. Έτσι η χώρα χρησιμοποιεί ως βάση κυρίως τα δεδομένα της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας τα οποία έχουν προέλθει από σειρά προγραμμάτων από το 1980 και από εθελοντικά προσφερόμενα δεδομένα μελών και ενδιαφερόμενων πολιτών.

Οι στόχοι διατήρησης για τα είδη, δεδομένου ότι είναι γνωστοί οι πληθυσμοί και οι τάσεις τους μακροχρόνια ή βραχυχρόνια (τάση δηλαδή μείωσης, αύξησης ή σταθερότητα) και εφόσον έχουν καθοριστεί οι ΕΤΑ σε επίπεδο έκτασης και πληθυσμού καθορίζονται με βάση τις απαιτήσεις των ειδών. Αφορούν τον πληθυσμό, την εξάπλωση και την διασύνδεση των πληθυσμών, τις θέσεις αναπαραγωγής, το ενδιαίτημα όσον αφορά την έκταση και την ποιότητα ή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ενδιαιτήματος.

Τα μέτρα διατήρησης

Τα μέτρα διατήρησης είναι οι μηχανισμοί και οι δράσεις που πρέπει να υλοποιηθούν σε έναν τόπο Natura με σκοπό την επίτευξη των στόχων διατήρησης του συγκεκριμένου τόπου. Θα πρέπει δηλαδή να περιοριστούν οι πιέσεις και οι απειλές για τα είδη και τους τύπους φυσικών οικοτόπων ώστε τα είδη να διατηρηθούν εκεί και να ανακάμψουν οι πληθυσμοί τους και οι τύποι οικοτόπων να αποκτήσουν μεγαλύτερη φυσικότητα. Οι πιέσεις και οι απειλές έχουν ήδη καταγραφεί στα έντυπα δεδομένων για κάθε τόπο NATURA αλλά υπάρχουν και πολλοί άγνωστοι. Σύμφωνα με το κομβικό άρθρο 6 παράγραφος 1, της οδηγίας για τους οικοτόπους, τα μέτρα διατήρησης στις ΕΖΔ πρέπει να ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων του παραρτήματος I και των ειδών του παραρτήματος II, τα οποία απαντώνται στους τόπους. Ανάλογη είναι η προσέγγιση και για τα άγρια πτηνά στις ΖΕΠ.

Εκτός από τις κανονιστικές ρυθμίσεις των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων με τα Προεδρικά Διατάγματα σε κάθε προστατευόμενη περιοχή ως μέτρα νοούνται διαχειριστικές δράσεις και έργα που  στοχεύουν στην προστασία και βελτίωση της διατήρησης σημαντικών τύπων οικοτόπων και ειδών πανίδας και χλωρίδας, καθώς και στην διαχείριση επισκεπτών και ανάδειξη της περιοχής που αναδεικνύει την αξία των προστατευόμενων στοιχείων.

Τα μέτρα πρέπει συνεπώς να έχουν συνάφεια με τους στόχους διατήρησης και η αποτελεσματικότητά τους να είναι μετρίσιμη. Μέχρι σήμερα οι περισσότεροι μελετητές έχουν εκπονήσει μελέτες χωρίς να προσδιορίζουν στόχους σχετιζόμενους με τους τύπους οικοτόπων και ειδών ή αναφερόμενοι στα είδη και τους οικοτόπους με πολύ γενικό τρόπο. Αλλά και οι σχετικά καλές Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες που κατέληγαν σε προτάσεις διαχείρισης, που έχουν εκπονηθεί στο πλαίσιο ειδικών προγραμμάτων που υλοποιούσαν περιβαλλοντικές οργανώσεις ή ερευνητικά ιδρύματα σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος, αν και εξειδίκευαν στα είδη και στους οικοτόπους, δεν διατύπωναν σαφείς μετρίσιμους  στόχους, μάλλον διότι δεν επιβάλλονταν από την νομοθεσία για αυτές τις μελέτες. Από τις προδιαγραφές τους άλλωστε αυτές οι μελέτες εστίαζαν περισσότερο στις ρυθμίσεις των χρήσεων γης και όχι τόσο στα μέτρα.

Τώρα υπάρχουν κάποια δεδομένα αλλά δεν υπάρχουν σαφώς καθορισμένοι στόχοι διατήρησης. Επαφίεται στους μελετητές να τους καθορίσουν με κάποια επισφάλεια, λόγο έλλειψης επαρκών δεδομένων. Δυστυχώς πολλοί ούτε αυτό έχουν την πρόθεση ή την κατάρτιση για να το κάνουν. Οι περισσότεροι έχουν συμφέροντα να προωθήσουν και έχουν μάθει να συντάσσουν κυρίως Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και τους βόλευε να μην υπάρχουν στόχοι και μετρίσιμα μεγέθη. Πολλοί δεν μπορούν γιατί απαιτείται εξειδίκευση στην βιολογία και οικολογία και καλή γνώση για να καθοριστούν οι στόχοι και τα μέτρα διατήρησης βάσει των κανόνων της επιστήμης. Αυτό που ακούγεται απλό στην διατύπωσή του, ως Ικανοποιητική Κατάσταση Διατήρησης, είναι κάτι που απαιτεί για την κατανόησή του καλή γνώση των περιοχών, των πληθυσμών και της βιολογίας των ειδών και των λειτουργιών των οικοσυστημάτων.  

Η δημόσια διαβούλευση που θα ακολουθήσει, μετά την κατάθεση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών, θα έχει τις ιδιαιτερότητές της σε κάθε περιοχή αλλά και συνολικά θα έχει πολύ ενδιαφέρον. Μπορεί τα παραπάνω να φάνηκαν κάπως δυσνόητα και «τεχνικά», το κοινό όμως που έχει ενδιαφέρον για την βιοποικιλότητα εύκολα θα μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει όταν εξετάσει τους χάρτες και τους πίνακες των μελετών που θα κατατεθούν. Εν τω μεταξύ η χώρα πρέπει να διαμορφώσει στόχους διατήρησης για τους τόπους NATURA. Δύσκολοι ενδιαφέροντες καιροί…

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας


[1] Η απόφαση, στα ελληνικά,  είναι αναρτημένη εδώ: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:62019CJ0849&from=EN

[2] Η κατάληξη της απόφασης είναι η εξής:

1. Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών όλα τα αναγκαία μέτρα για τον καθορισμό των κατάλληλων στόχων διατήρησης και των κατάλληλων μέτρων διατήρησης όσον αφορά τους 239 τόπους κοινοτικής σημασίας οι οποίοι βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια και περιλαμβάνονται στην απόφαση 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 2006, σχετικά με την έγκριση, σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, αντιστοίχως, από το άρθρο 4, παράγραφος 4, και από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006.

2. Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

[3] Η απόφαση που περιλαμβάνει και την Ελλάδα με τίτλο: «σχετικά με την έγκριση, σύμφωνα με την οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σημασίας για τη μεσογειακή βιογεωγραφική περιοχή» βρίσκεται εδώ  https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32006D0613(01)&from=EL

[4] Τα όρια των περιοχών σε όλη την Ε.Ε. και η συνοπτική περιγραφή των περιοχών συνοδευόμενη από τους καταλόγους των σημαντικών ειδών παρουσιάζεται δημόσια σε ειδική σελίδα της Ε.Ε https://natura2000.eea.europa.eu/#

[5] Η σελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος για το δίκτυο NATURA: https://ypen.gov.gr/perivallon/viopoikilotita/diktyo-natura-2000/

[6] Για τις μελέτες αυτές που είναι σε εξέλιξη. Παρατίθεται ένα κείμενο που είχε γραφτεί κατά την έναρξη της εκπόνησης.

[7] Χαρακτηριστική η περίπτωση του Γράμμου, όπως παρουσιάζεται εδώ.

[8] «φυσικοί οικότοποι» σύμφωνα με την οδηγία για του οικοτόπους νοούνται « οι χερσαίες περιοχές ή υγρότοποι που διακρίνονται χάριν στα βιολογικά και μη βιολογικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά τους, είτε είναι εξ ολοκλήρου φυσικές είτε ημιφυσικές». Στην πραγματικότητα πρόκειται για φυτοκοινωνιολογική προσέγγιση με στοιχεία του βιοτόπου (των αβιοτικών δηλαδή χαρακτηριστικών). Οι «φυσικοί οικότοποι κοινοτικού ενδιαφέροντος» που καλύπτονται από την οδηγία είναι: i) οι οικότοποι οι οποίοι διατρέχουν κίνδυνο να εξαφανισθούν από την περιοχή της φυσικής τους κατανομής ή ii) έχουν περιορισμένη περιοχή φυσικής κατανομής λόγω της μειώσεώς τους ή λόγω του ότι η  περιοχή τους, εκ της φύσεώς της, είναι περιορισμένη

[9] Ειδικό σημείωμα της Επιτροπής για τον καθορισμό των στόχων διατήρησης για τους τόπους NATURA: https://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/commission_note/commission_note2_EL.pdf

3 σκέψεις σχετικά με το “Γιατί προστατεύουμε τους τόπους Natura και τι επιδιώκουμε

  1. […] φωτοβολταϊκά με γρήγορους ρυθμούς. Ακόμα και μέσα σε τόπους Natura. Καταλαμβάνονται μεγάλες εκτάσεις και με τοξικά […]

  2. […] φωτοβολταϊκά με γρήγορους ρυθμούς. Ακόμα και μέσα σε τόπους Natura. Καταλαμβάνονται μεγάλες εκτάσεις και με τοξικά […]

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.