Βουδισμός, χριστιανισμός, αρχαία Ελλάδα. Τρεις διαφορετικοί τρόποι.

Η ανάρτηση αυτή είναι συνέχεια της προηγούμενης που αφορούσε τις κεντρικές έννοιες συμπάθεια, αγάπη, φιλία στον βουδισμό, τον χριστιανισμό και στην σκέψη του Αριστοτέλη αντίστοιχα. Εδώ δίνονται παραδείγματα από την μουσική, την ποίηση και το θέατρο ή τον κινηματογράφο που δείχνουν τον τρόπο κάθε πολιτισμού. Δύο παραδείγματα από κάθε διαφορετικό τρόπο.

Όλα μαζί μάλλον δημιουργούν σύγχυση. Το κάθε ένα όμως, μόνο του, δείχνει τον κάθε τρόπο με πληρότητα.

Βουδισμός

Σε όλες τις χώρες της Άπω Ανατολής με παραλλαγές χρησιμοποιούνται υποβλητικές μουσικές για τον διαλογισμό. Αυτό όμως μόνο σε τελετές. Η μουσική για προσωπική πρακτική απευθύνεται στους δυτικούς που αναζητούν προσωπική λύτρωση ή απλά χαλάρωση χωρίς να έχουν καταλάβει συνήθως την βάση του βουδισμού και του ζεν. Μια πρόσληψη όπου κυριαρχεί η αναζήτηση του εξωτισμού. Ενώ στην ανατολή η προσωπική άσκηση πραγματοποιείται στην ησυχία.

Εδώ μια ηχογράφηση από πρωινή τελετή στο Θιβέτ. Θυμίζει πολύ την τονικότητα σε κάποιες δικές μας ψαλμωδίες.

Μια ταινία που δείχνει τον τρόπο του βουδισμού είναι η Κορεάτικη: «Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και πάλι Άνοιξη» 

Χριστιανισμός

Στην ταινία «Μπλέ» του Κιρλόφσκι, η Ζυλιέτ Μπινός ολοκληρώνει την σύνθεση του «Ύμνου της ευρωπαϊκής ενοποίησης» μελοποιώντας απόσπασμα από την πρώτη Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου. Αυτό δείχνει, καλύτερα από οτιδήποτε άλλο ποια είναι η κοινή βάση της Ευρώπης. Το κείμενο διατηρήθηκε στα ελληνικά:

«ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐθέν εἰμι. κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

ἡ ἀγάπη οὐδέποτε πίπτει· εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. ἐκ μέρους γὰρ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ἐλάλουν ὡς νήπιος, ἐφρόνουν ὡς νήπιος, ἐλογιζόμην ὡς νήπιος· ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾽ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη.»

Αν διάλεγα μια ταινία που δείχνει τον τρόπο του χριστιανισμού θα ήταν η ρωσική «Το Νησί»

Αρχαία Ελλάδα

Όλα τα θεατρικά του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Στην τέχνη και στην τραγωδία βρίσκεται ο πυρήνα του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδας και όχι στην θρησκεία όπως νομίζουν κάποιοι αρχαιολάτρες νεοπαγανιστές.

Ο Ελληνικός τρόπος μέσα στην «διάφανη αγαλλίαση», όπως το παρουσιάζει ο Κώστας Παπαϊωάννου (στο Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα και στο νεανικό του έργο για τον Πλάτωνα):

  • «Αρδευόμενη από μια αέναη ζωή, η φύση είναι πάνω απ’ όλα κίνηση. Εδώ, ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ ακίνητος, όπως τα ακινητοποιημένα, καθιστά ή όρθια, πρόσωπα που απεικονίζει η τέχνη της Αρχαίας Ανατολής. Η πιο χαρακτηριστική μινωική κίνηση είναι, για μένα, εκείνη που δείχνει το σώμα- […]- σε μια ελεύθερη ακροβατική κίνηση, στη λατρευτική ταυροπαιδιά, το παιχνίδι με τον ταύρο, το κατεξοχήν ιερό ζώο..[..]..Και είναι σε τούτο το παιχνίδι που ο πολιτισμός αυτός της «διάφανης αγαλλίασης» έδωσε ίσως την πιο καθαρή έκφραση στο βαθύτερο είναι του»
  • «Η ζωή από την οποία ξεχείλιζαν οι πρώτοι κολοσσιαίοι Κούροι και την κρατούσαν κλεισμένη θαρρείς στις σφιγμένες τους γροθιές, απλώνεται βαθμιαία στο κορμί τους, ζωντανεύει τα κυρτά μάτια και επιβεβαιώνει με το χαμόγελο τη μεγάλη συμφωνία ανάμεσα στο νεοαφυπνισθέν Είναι και τον κόσμο που έχει πια γίνει κατανοητός και αποδεκτός».
  • «Παρατηρήστε τους αρχαϊκούς κούρους πως βγαίνουν απ’ την πέτρα, θαρρείς ακόμα από ύλη και από προϊστορικό ύπνο, με σφιγμένες τις γροθιές, το βλέμμα υγρό από δίψα της ζωής και εκείνο το αινιγματικό χαμόγελο του όντος, που δεν έχει διαφοροποιηθεί ακόμα από τον Κόσμο και σα φυτό χώνει τις ρίζες του και θρέφεται από τον Κόσμο. Προσέχτε αυτή την τέλεια χαρά της καθαρής ασυνειδησίας και την παντοδυναμία του αδιάφθορου ακόμα από κάθε είδους πολιτισμό ένστικτου, που διαισθάνεται όμως το πεπρωμένο του και την ιστορία που το περιμένει. Παρατηρήστε όλη την εξέλιξη του αρχαϊκού κόσμου, πως βγαίνει μέσα από την πέτρα, πως χειραφετείται απ’ αυτή τη σχεδόν αιγυπτιακή ακινησία, πως αρχίζει να περπατά και να βγάζει το ‘να πόδι μπρος απ’ τ’ άλλο, πως τα χέρια του αποχτάν ζωή, υψώνονται και οπλίζονται… λες και βλέπουμε μπροστά μας τα πρώτα βήματα του κλασσικού πολιτισμού. Λοιπόν ακριβώς μέσα από το χαμόγελο των κούρων μπορούμε να δούμε όλη την Φιλοσοφία της Ιστορίας των Ελλήνων, αυτήν την ιδέα της απόλυτης θετικότητας της ύπαρξης, που αψηφάει το θάνατο και βεβαιώνει τον εαυτό της μέσα στον αγώνα, εκεί όπου η ζωή συνορεύει με τον θάνατο. Μπορούμε να δούμε στο έμβρυό της όλη την κλασική πίστη στην αξία της ύπαρξης και στη δημιουργικότητά της, στην ανθρώπινη ιστορία, δηλ. σ ’αυτή τη δαιμονική δύναμη που, όπως την ορίζει αργότερα ο Πλάτων, επιτρέπει στον άνθρωπο να ξεπερνάει την σχετική και θνητή ατομικότητά του με τον Πολιτισμό και την Ιστορία, «κινητή εικόνα της αθανασίας», και όχι με την ινδική μέθοδο της προσκόλλησης στην Παράδοση ή με τη διονυσιακή μέθοδο της εξαφάνισης του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα του Θεού.»

Και με έναν άλλο τρόπο για την αντίληψη του «τραγικού» όπως το παρουσιάζει πάλι ο Κώστας Παπαϊωάννου (στο Μάζα και Ιστορία) βλέποντας την διαφορά του σύγχρονου με το αρχαίο θέατρο:

Για το σύγχρονο θέατρο:

  • «Για την Τέχνη των τραγικών συμβόλων, η τραγική συνείδηση γεννιέται από την διαλεκτική των πράξεων που απειλούν τον κόσμο. Η σκληρότητα, η αγριάδα, η χαρά του κινδύνου, της βίας και του θανάτου, η ύστατη ευτυχία της εκμηδένισης του κόσμου μέσα στην καταστροφή του τραγικού ήρωα ξυπνούν όχι τον οντολογικό τρόμο του διονυσιακού κοινού αλλά απλώς τη δισημαντότητα (ambivalence) του οίκτου και του φθόνου, την σε τελευταία ανάλυση μαζοχιστική ηδονή της ταύτισης με την οδύνη του εκμηδενιζόμενου ήρωα, ενός κοινού στερημένου από κάθε μυθοπλαστικό χάρισμα, καταδικασμένου να υφίσταται παθητικά την Ιστορία».

Και για την αρχαία τραγωδία:

  • «Αντίθετα, για την Τέχνη των τραγικών Μύθων, η Τραγωδία δεν είναι η διαλεκτική των πράξεων που απειλούν τον κόσμο αλλά η μοιραία διαδικασία με την οποία ο κόσμος εκμηδενίζει τις δυνάμεις που τον απειλούν. Η καταστροφή του τραγικού ήρωα δεν θίγει αλλά αποκαθιστά τον κόσμο στα μεταφυσικά του θεμέλια. Το διονυσιακό κοινό δεν ταυτίζεται με τον εκμηδενιζόμενο ήρωα αλλά με το Νόμο που με μέσα που προξενούν φόβο και έλεος εκμηδενίζει τον ήρωα»

Η «Ιλιάδα» δείχνει τον τρόπο των Ελλήνων. Απαγγελία ολόκληρης της Ιλιάδας από διαφορετική ηθοποιό για κάθε ραψωδία:

Μια πρόταση για τον τρόπο σκέψης των αρχαίων ελλήνων και ειδικότερα σχετικά με τις αντιλήψεις για τον έρωτα και την φιλία δίνονται στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Μια απόδοση σε θεατρικό για το ραδιόφωνο με πολλούς γνωστούς ηθοποιούς: