Το δίλημμα των βιολόγων για τον Θεό

Η επιστήμη έχει ανατρέψει τα πάντα από την εποχή που απασχολούσε τον Νίτσε ο θάνατος του Θεού.

Η κοσμολογία ανέτρεψε την ιδέα ότι η γη είναι το κέντρο του σύμπαντος. Έδειξε επίσης ότι το σύμπαν παρά τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις είναι μεταβαλλόμενο δραματικά και ότι δεν υπάρχει η αρμονία των σφαιρών.

Η σύγχρονη φυσική ανέτρεψε την ιδέα ότι υπάρχουν πράγματα συμπαγή. Είδε μέσα στα πρωτόνια και τα νετρόνια στοιχειώδη σωματίδια ή μάλλον κάποιες οντότητες που φέρουν κάποιες ιδιότητες που έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ουσία τους.

Η κοινωνιολογία έδειξε ότι τίποτα δεν είναι στατικό στις κοινωνικές σχέσεις.

Η ψυχολογία, με όλες τις διαφορετικές σχολές, έδειξε την ανάπτυξη και την μεταμόρφωση του ανθρώπινου ψυχισμού.

Η βιολογία όμως έκανε την μεγαλύτερη διάψευση στα πιστεύω του παλιού κόσμου. Ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο του κόσμου αλλά αποτέλεσμα εξέλιξης με την φυσική επιλογή όπως και όλα τα άλλα  βιολογικά όντα. Και η οικολογία έδειξε ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη αρμονία αλλά πρόσκαιρη ισορροπία μεταξύ των οργανισμών.

Έτσι δεν υπάρχει ούτε τόπος ούτε χώρος για μία μετά θάνατον ζωή. Η ιδέα έχει τόσο φτωχύνει που το μόνο που αναδείχθηκε είναι … ότι υπάρχει ίσως ζωή και κάπου αλλού, σε ένα άυλο cloud των data. Σαν να είναι ο παράδεισος μία προσομοίωση, μία εικόνα των όντων χωρίς σώμα. Ιδέες σαν αυτή είναι ένα σύμπτωμα της εποχής όπου ο θάνατος του προσωπικού Θεού – του Θεού δηλαδή που είναι πρόσωπο και όχι μία αφηρημένη ενέργεια – οδηγεί σε άλλες δήθεν βαθύτερες ερμηνείες.

Το ετερόκλητο αμάλγαμα που ονομάζεται new age ρεύμα βασίζεται στην ανάγκη του ανθρώπου για μια απλή ερμηνεία των πραγμάτων. Το ρεύμα αυτό επικαλείται την «ενέργεια». Η «ενέργεια» είναι ένας τρόπος ερμηνείας του τι μας συμβαίνει σε κάθε περίπτωση. Ερμηνεία ψευδοορθολογική, με καταφυγή σε κάτι απτό και άπιαστο ταυτόχρονα, που ταιριάζει σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η τεχνική και ο ωφελιμισμός. Κάτι που εκμεταλλεύονται βέβαια οι τσαρλατάνοι θεραπευτές. Ως ψευδοεπιστήμη εμφανίστηκε και στην οικολογία με την θεωρία της «γαίας» – του ζωντανού πλανήτη.

Για την επιστήμη όμως δεν υπάρχει ανάγκη καταφυγής στην ιδέα του Θεού ούτε σε άλλες ιδέες που απλώς προσπαθούν να βρουν μία πρόχειρη ερμηνεία αυτού που δεν κατανοείται εύκολα.

Κυριαρχεί σε πολλούς η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει ευθύνη και συνέπειες των πράξεών μας σε τούτον τον κόσμο αν δεν υπάρχει κάποιος κριτής έξω από μας. Ότι όλα είναι επιτρεπτά όταν η αναζήτηση είναι μόνο αναζήτηση απολαύσεων, ηδονής, δύναμης και κυριαρχίας. Η τελευταία ως ψευδαίσθηση αποφυγής του θανάτου. Ο κόσμος φαντάζει να είναι πλέον ένα σκηνικό όπου η δυνατότητα για τον άνθρωπο είναι αυτό που περιγράφει η λαϊκή ρήση με κυνικό τρόπο: «ότι φάμε ότι πιούμε και ότι αρπάξει ο κώλος μας».

Όμως, εκτός από την αναζήτηση ισχύος, υπάρχουν στον άνθρωπο ενδιάθετες η αναζήτηση της γνώσης και η αγάπη ή για να το πούμε αυστηρότερα, σύμφωνα με την κοινωνιοβιολογία, ο αλτρουισμός. Δεν είναι η φύση του ανθρώπου σύμφωνη με την ιδέα ότι τα πάντα στις κοινωνικές σχέσεις καθορίζονται από την ανάγκη, ότι «ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο». Αυτή η ανοησία βασίζεται σε μία ριζικά λανθασμένη ιδέα για την απόλυτη κυριαρχία του ανταγωνισμού μέσα στην κοινωνία ενός οποιουδήποτε είδους.

Ιδού λοιπόν το δίλημμα του βιολόγου. Γνωρίζει ότι δεν υπάρχει δημιουργία. Ότι δεν υπάρχει προκαθορισμός και σκοπός. Ότι στο βάθος δεν υπάρχει ισορροπία και ότι τα πάντα αλλάζουν. Ταυτόχρονα γνωρίζει – μία κυνική κατά κάποιο τρόπο γνώση – ότι, εκτός από τον ανταγωνισμό, ο αλτρουισμός είναι πάντα παρών. Δεν χρειάζεται να καταφύγει σε παλιές φιλοσοφικές και πολιτικές διατυπώσεις. Αυτά χρησιμεύουν κυρίως ως πεδία άντλησης όρων και εννοιών που θα τον βοηθήσουν να περιγράψει αυτά που υπάρχουν και κυρίως τις  σχέσεις μεταξύ τους. Διότι αν η φιλοσοφία είναι κυρίως η αναζήτηση της ουσίας των όντων, η επιστήμη είναι κυρίως η προσπάθεια διασαφήνισης των σχέσεων.

Έχει λοιπόν δύο επιλογές: έναν δρόμο με υπεροψία, όπως ο Ρίτσαρντ Ντόκινς που με τον έντονα προβαλλόμενο αθεϊσμό του υπεκφεύγει του τραύματος της μη αποδοχής της αποτυχημένης του ιδέας περί μιμιδίων με την οποία ανήγαγε τις ιδέες σε απλά υλικά στοιχεία, ή να δει την ποιητική και την τραγική πλευρά του «παιχνιδιού του κόσμου».

Είναι μόνο θέμα διάθεσης ή μάλλον αποτέλεσμα της διαμόρφωσης του ψυχισμού του το ποια θέση θα πάρει. Γνωρίζει όμως κατά βάθος ότι η υπεροψία, με την προβολή ενός αθεϊστικού φονταμενταλισμού και την κατάκριση εναντίον πάντων εν ονόματι της επιστήμης, εκκινεί από μια έντονη διάθεση κυνικής και ισοπεδωτικής ιδεολογικής κυριαρχίας και αυτό είναι ένα μεγάλο εγωιστικό λάθος. Ας είναι πιο μετριοπαθείς οι επιθετικοί αθεϊστές, αφού δεν έχουν να προτείνουν κάτι θετικό για να δηλώσουν επιπλέον: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.»

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Μπορεί να μην είναι σχετικό αλλά το άκουσα σήμερα. Είναι η σημερινή ευαγγελική περικοπή που περιγράφει πως ένας τελώνης ανεβασμένος σε μια συκομουριά κάλεσε τον Ιησού στο σπίτι του.

Κατά Λουκά ΙΘ'(19) 1-10

Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.
καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.
καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.
καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.
σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.
εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν.
ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

Εκεῖνο τόν καιρό, ὁ Ἰησοῦς  περνοῦσε μέσα ἀπό τήν Ἱεριχῶ. Ἐκεῖ ὑπῆρχε κάποιος, πού τό ὄνομά του ἦταν Ζακχαῖος. Ἦταν ἀρχιτελώνης καί πλούσιος. Αὐτός προσπαθοῦσε νά δεῖ ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς· δέν μποροῦσε ὅμως ἐξαιτίας τοῦ πλήθους καί γιατί ἦταν μικρόσωμος. Ἔτρεξε λοιπόν μπροστά πρίν ἀπό τό πλῆθος κι ἀνέβηκε σέ μιά συκομουριά γιά νά τόν δεῖ, γιατί θά περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ. Ὅταν ἔφτασε ὁ Ἰησοῦς στό σημεῖο ἐκεῖνο, κοίταξε πρός τά πάνω, τόν εἶδε καί τοῦ εἶπε: «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα πρέπει νά μείνω στό σπίτι σου». Ἐκεῖνος κατέβηκε γρήγορα καί τόν ὑποδέχτηκε μέ χαρά. Ὅλοι ὅσοι τά εἶδαν αὐτά διαμαρτύρονταν κι ἔλεγαν ὅτι πῆγε νά μείνει στό σπίτι ἑνός ἁμαρτωλοῦ. Τότε σηκώθηκε ὁ Ζακχαῖος καί εἶπε στόν Κύριο: «Κύριε, ὑπόσχομαι νά δώσω τά μισά ἀπό τά ὑπάρχοντά  μου στούς φτωχούς καί νά ἀνταποδώσω στό τετραπλάσιο ὅσα ἔχω πάρει μέ ἀπάτη». Ὁ Ἰησοῦς, ἀπευθυνόμενος σ΄ αὐτόν, εἶπε: «Σήμερα αὐτή ἡ οἰκογένεια σώθηκε· γιατί κι αὐτός ὁ τελώνης εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἦρθε γιά ν’’ ἀναζητήσει καί νά σώσει αὐτούς πού ἔχουν χάσει τόν δρόμο τους».

Στην φωτογραφία: Ο βιολόγος Richard Dawkins και ο Rowan Williams, που έχει διατελέσει αρχιεπίσκοπος της Αγγλικανικής εκκλησίας, υπέρμαχος του δημιουργισμού.