Ιχθυοκαλλιέργειες, χρηματιστήριο και περιβάλλον

Οι ιχθυοκαλλιέργειες στην Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στην Ε.Ε. σε εξαγωγές ψαριών και μυδιών που παράγονται σε υδατοκαλλιέργειες, εκτατικές -δηλαδή σε λιμνοθάλασσες- και εντατικές -δηλαδή σε κλωβούς. Ποσοστό μεγαλύτερο από το 80% της παραγωγής εξάγεται. Στις μονάδες των εντατικών υδατοκαλλιεργειών απασχολούνται περίπου 3.200 άνθρωποι ενώ σ΄ αυτούς πρέπει να προστεθούν οι απασχολούμενοι στην παραγωγή ιχθυοτροφών και φαρμάκων, την συσκευασία, τις μεταφορές και το εμπόριο[1]. Περισσότερες από 300 μονάδες, με περισσότερους από 7.500 ιχθυοκλωβούς στην θάλασσα, παράγουν κάθε χρόνο περίπου 120.000 τόνους ψαριών – κυρίως τσιπούρα και λαυράκι, αξίας περίπου 500 εκατομμυρίων. Είναι συνεπώς ένας από τους πιο σημαντικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι στην Ευρώπη το 20% των αλιευμάτων που καταναλώνονται προέρχονται από ιχθυοκαλλιέργειες. Ο τομέας στην Ελλάδα είναι αναπτυγμένος (κατά σειρά δυναμικότητας) στις ακτές της Εύβοιας, των Δωδεκανήσων, της Αιτωλοακαρνανίας, της Κεφαλονιάς, της Φθιώτιδας, της Θεσπρωτίας, της Αττικής, της Αργολίδας, της Κορινθίας, της Χίου και της Πρέβεζας.  Η κύρια χώρα εξαγωγής είναι η Ιταλία και ακολουθούν η Ισπανία και η Γαλλία.

Η εξέλιξη του τομέα στην Ελλάδα συνοπτικά είχε ως εξής:

Οι ιχθυοκαλλιέργειες ξεκίνησαν την δεκαετία του ’80. Στην αρχή από διαφορετικούς μικρούς παραγωγούς. Σταδιακά όμως οι μικρές επιχειρήσεις αγοράζονταν από τις μεγάλες μονάδες που διέθεταν και Ιχθυογεννητικούς Σταθμούς, που παρήγαγαν δηλαδή τα ιχθύδια τα οποία διέθεταν στους εξαρτώμενους μικρότερους παραγωγούς για πάχυνση. Κατά την περίοδο της χρηματιστηριακής έκρηξης οι μικρές εταιρίες απορροφήθηκαν από τις μεγάλες και κυρίως από την ελληνική ΝΗΡΕΥΣ και την SELONDA, η οποία ελέγχεται από δύο διεθνή επενδυτικά ταμεία, την αμερικάνικη Amerra και την Mubadala που έχει κύριους μετόχους στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αυτές οι δύο εταιρείες μπήκαν σε έναν ανταγωνισμό στο χρηματιστήριο και στην αγορά των ψαριών, αντιμετώπισαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα και υποχρεώθηκαν, για την διάσωσή τους, να πουλήσουν ορισμένες μονάδες εκτροφής και ιχθυογεννητικούς σταθμούς σε ανταγωνιστές τους, μετά από παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού. Στην αγορά αυτή πλειοψήφησε η ελληνική εταιρεία Ιχθυοτροφεία Κεφαλονιάς, σε συνεργασία με έλληνες εφοπλιστές,  έναντι καναδικής πολυεθνικής, κάτι που δείχνει το μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον καθώς πρόκειται για κερδοφόρο τομέα. Σήμερα, η ΝΗΡΕΑΣ, η SELONDA και η Andomeda Seafood βαίνουν προς ενοποίηση για την δημιουργία μιας μεγάλη πολυεθνικής εταιρίας, υπό τον έλεγχο των Amerra και Mubadala μάλλον.

Ο τρόπος οργάνωσης και τα προβλήματα

Το ελληνικό δημόσιο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και τροφίμων, προωθεί με Προεδρικά Διατάγματα την θεσμοθέτηση Περιοχών Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιέργειας (ΠΟΑΥ) σε εκτεταμένες  παράκτιες ζώνες. Οι ΠΟΑΥ είναι εκτάσεις στην θάλασσα και την στεριά που περιλαμβάνουν τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας (για παραγωγή ψαριών ιχθυοτροφείου) και υδατοκαλλιέργειας (όστρακα, μύδια, ακόμη και φύκια κλπ).

Αυτές προβλέπονται από το 2011στο Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τις Υδατοκαλλιέργειες. Για να ιδρυθούν όμως ΠΟΑΥ χρειάζεται ειδικό Προεδρικό Διάταγμα για κάθε μία που επιβάλλει όρους και κανόνες (χωροταξικούς, πολεοδομικούς, περιβαλλοντικούς κλπ). Μέχρι το 2019 δεν είχε γίνει καμμία θεσμοθέτηση και στην πραγματικότητα τα ιχθυοτροφεία λειτουργούσαν ημιπαράνομα.

Οι πρώτες περιοχές ιδρύθηκαν στην Πιερία και αφορά κυρίως μυδοκαλλιέργειες στην ζώνη από τις Αλυκές Κίτρους έως τις εκβολές του Αλιάκμονα. Δεν προχώρησαν όμως ακόμα οι αντίστοιχες μέχρι τις εκβολές του Αξιού, του Γαλλικού  και την Θεσσαλονίκη. Προφανώς γιατί, από την λήψη της απόφασης έως την θεσμοθέτηση, πρέπει να υπάρξουν πολλές μελέτες και ατέλειωτες διαβουλεύσεις, αφού επηρεάζονται όλες οι χρήσεις των ακτών, η ποιότητα των υδάτων, ο τουρισμός , η αλιεία ανοικτής θάλασσας κλπ. 

Η σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία των περιοχών, τον τουρισμό και τις υποδομές που αυτός χρειάζεται με τις ΠΟΑΥ είναι έντονη καθώς πολλές φορές δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Προβλέπονται, όπως δείχνουν οι δηλωμένες προθέσεις του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, περισσότερες από 24 ακόμα ΠΟΑΥ. Και αν στην περίπτωση των μυδιών δεν υπάρχει πρόβλημα ρύπανσης, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι μια ιχθυοκαλλιέργεια, αντιθέτως, παράγει ρύπανση αντίστοιχη με τα ανεπεξέργαστα λύματα μιας πόλης χιλιάδων ή δεκάδων χιλιάδων κατοίκων. Τα υπολείμματα τροφής και οι απεκκρίσεις των ψαριών (αμμωνία, ουρία) είναι σε μεγάλη συγκέντρωση γύρω από τους κλωβούς όπου αναπτύσσονται. Η βλάστηση των λιβαδιών της ποσειδωνίας, οι φυκιάδες δηλαδή του βυθού, καταστρέφεται και οι πληθυσμοί των άγριων ψαριών χάνουν το ενδιαίτημά τους.  Η κολύμβηση σε μεγάλη απόσταση από αυτές τις μονάδες είναι κάτι ανθυγιεινό. Και για τον λόγο αυτό οι περισσότερες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας δημιουργήθηκαν σε κολπίσκους μακριά από δημοφιλείς ακτές κολύμβησης.

Η χωροθέτηση είναι ένα σοβαρό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται πολύ προσεκτικά. Δεν μπορεί π.χ. να χωροθετείται ΠΟΑΥ ιχθυοκαλλιεργειών σε ένα θαλάσσιο ρεύμα αν μετά, στην πορεία του ρεύματος,  ακολουθούν ακτές κολύμβησης. Ούτε μπορεί να χωροθετηθεί ΠΟΑΥ σε μια περιοχή που έχει χαρακτηριστεί ως θαλάσσιο NATURA για την διατήρηση της φώκιας, της θαλάσσιας χελώνας καρέττα ή των θαλασσοπουλιών.

Το κράτος τα εκχωρεί όλα;

Ο σχεδιασμός θεωρείται ότι διασφαλίζει καλύτερη οργάνωση στον χώρο και οργάνωση του ελέγχου. Είναι όμως έτσι; Ας δούμε τους θεσμούς που προβλέπονται. Οι ΠΟΑΥ θα έχουν Φορέα Διαχείρισης και αυτός είναι, όπως έδειξε η θεσμοθέτηση της πρώτης ΠΟΑΥ, ο ιδιώτης που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Το κράτος δηλαδή παραχωρεί μεγάλη αρμοδιότητα στις εταιρείες καθώς, εκτός από μισθωτές της δημόσιας έκτασης, τους ονομάζει και Φορείς Διαχείρισης της έκτασης. Η ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών προδιαγράφονταν σε ειδικό νόμο του 2014 ο οποίος προέβλεπε και την δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Υδατοκαλλιεργειών. Στον ίδιο νόμο προβλέπεται η παραχώρηση χρήσης υδάτινων εκτάσεων, με απευθείας μίσθωση, σε συνεταιρισμούς ή εταιρείες. Προφανώς ο χώρος των κλωβών και οι συναφείς υποδομές είναι μια ευαίσθητη ζώνη που δεν μπορεί να εισέρχεται κανείς ανεξέλεγκτα, όπως π.χ. δεν μπορείς να εισέλθεις σε ένα μαντρί. Σε τι όμως χρησιμεύουν οι πομπώδεις τίτλοι;  

Μήπως γιατί ο Φορέας Διαχείρισης της ΠΟΑΥ αναλαμβάνει την παρακολούθηση των περιβαλλοντικών παραμέτρων; Ο ιδιώτης δηλαδή θα ελέγχει τον εαυτό του. Αυτό ακούγεται τουλάχιστον σκανδαλώδες. Οι ελεγκτικές περιβαλλοντικές αρχές σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο περιορίζονται σε ρόλο αναγνώστη των ετήσιων εκθέσεων που θα τους στέλνει ο Φορέας Διαχείρισης της ΠΟΑΥ, δηλαδή ο μισθωτής της έκτασης. Η εμπειρία που είχα προσωπικά μετά την διαπίστωση νεκρών ερωδιών στα δίκτυα των ιχθυοκλωβών μου έδειξε ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να υπάρξει παρέμβαση εκεί.  Αν δεν μπορεί να γίνει κάτι για ένα πρόβλημα που το βλέπεις με τα μάτια σου, μπορείς να σκεφτείς ότι δεν θα γίνεται τίποτα στην περίπτωση της ποιότητας των υδάτων που εξετάζεται με χημικές αναλύσεις και μικροσκόπια. 

Σε ορισμένες περιοχές, όπως στον Πόρο και τον Αστακό οι κάτοικοι αντιδρούν. Μπορεί να θέλουμε την ανάπτυξη της οικονομίας αλλά θα πρέπει να ακούσουμε και την τοπική κοινωνία. Οι περιοχές προστασίας της φύσης, οι ακτές όπου κολυμπούν κάτοικοι και τουρίστες είναι ζητήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Μήπως πρέπει να μπουν κάποιοι άλλοι κανόνες για την χωροθέτηση και να εκτιμηθεί η φέρουσα ικανότητα, η πυκνότητα δηλαδή των κλωβών και το συνολικό φορτίο, σε κάθε περιοχή; Και μήπως θα πρέπει η χώρα να περιορίσει τις υπερεντατικές ιχθυοκαλλιέργειες και να βάλει καλύτερες προδιαγραφές τόσο για την ποιότητα των ψαριών ώστε να διασφαλίζει την υγεία των καταναλωτών, όσο και για την ποιότητα του περιβάλλοντος γύρω από τις εκτροφές; Διαφορετικά είναι πολύ πιθανόν να απαξιωθεί και διεθνώς και το ίδιο το προϊόν και η εικόνα της χώρας.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας


[1] Σε όλες τις διαθέσιμες στατιστικές καταγραφές και αναλύσεις υπάρχει σύγχυση καθώς συχνά περιλαμβάνονται και οι εκτατικές καλλιέργειες στις λιμνοθάλασσες και οι μυδοκαλλιέργειες. Εδώ χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και αφορούν μόνο τις εντατικές υδατοκαλλιέργειες. 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη, 5/12/2020