Από τους αγώνες για την ελευθερία της έκφρασης στον αγώνα για τη λογοκρισία του λόγου

Ο αγώνας των millennials για τη διαφύλαξη της «συναισθηματικής τους ασφάλειας».

Σε πρόσφατη συζήτηση στην France-Culture, αντικείμενό της ήταν η ελευθερία της έκφρασης στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Η βάση της συζήτησης ήταν η διαπίστωση ότι πρόκειται για μια μεταβολή της κουλτούρας με εκδήλωσή της την εκτίναξη στα ύψη της μη ανεκτικότητας.

Ενώ, κατά την δεκαετία του 60, οι φοιτητές πίεζαν και απαιτούσαν την ελευθερία της έκφρασης, την αμφισβήτηση των παραδεδομένων ιδεών, την παράβαση των κατεστημένων μέσα στον κύκλο καταγωγής τους κανόνων, σήμερα μια νέα γενιά αναζητεί να διαφυλάξει πάνω απ’ όλα την συγκινησιακή της ασφάλεια.

Ήδη, από το 2015, η Επιθεώρηση The Atlantic είχε δημοσιεύσει άρθρο με τον τίτλο «το κανάκεμα του αμερικανικού πνεύματος». Το άρθρο αυτό διαβάστηκε και συζητήθηκε τόσο ώστε ώθησε τους αρθρογράφους να δημοσιεύσουν βιβλίο στο οποίο ανέπτυσσαν τις ιδέες τους. Το βιβλίο έγινε best-seller στις Η.Π.Α. Περί τίνος επρόκειτο; Αυτό που επεσήμαιναν οι συγγραφείς ήταν η άφιξη στα φοιτητικά έδρανα των αμερικανικών πανεπιστημίων μιας γενιάς, θύματος μιας υπερπροστατευτικής εκπαίδευσης που τρέφεται με το μπιμπερό των μέσων της κοινωνικής δικτύωσης. Η γενιά αυτή, με τη συμπεριφορά της, προκάλεσε μια αντιστροφή των μέχρι τότε τάσεων, η οποία έχει αφήσει άναυδους και διερωτώμενους τους κοινωνιολόγους και τους ψυχολόγους.

Έτσι, για τους Greg Lukianoff και τον Jonathan Haidt, συγγραφείς του «The Coddling of thε American Mind», οι φοιτητές έχουν βαλθεί να απαιτούν όχι την ελευθερία του λόγου, αλλά την λογοκρισία, την απαγόρευση του λόγου και της παρουσίας προσωπικοτήτων που δεν τους αρέσουν.

Αλλά το πιο σημαντικό είναι το ότι για να στηρίξουν τις διεκδικήσεις τους αυτές επικαλούνται συναισθηματικής τάξεως προβλήματα. Λένε δηλαδή ότι απειλούνται και αισθάνονται ότι προσβάλλονται από την απλή παρουσία στα campus, ομιλητών με τους οποίους θεωρούν ότι βρίσκονται σε ασυμφωνία. Έτσι, καταλήγουν να δηλώνουν ότι «η συγκινησιοσυναισθηματική τους ασφάλεια απειλείται από διαλέξεις προσωπικοτήτων, όπως η Condoleezza Rice και η Christine Lagarde, προσωπικότητες που αποβλήθηκαν κατ’ επανάληψιν από τους πανεπιστημιακούς χώρους, καίτοι θα περίμενε κανείς ότι ως γυναίκες, που η μία ήταν η πρώτη μαύρη που διηύθυνε το Υπουργείο Εξωτερικών και η άλλη η πρώτη γυναίκα στο Υπουργείο Οικονομικών και στη Διεύθυνση του ΔΝΤ, θα δημιουργούσαν μεγάλο ενδιαφέρον να ακουστούν.

Πώς φτάσαμε εδώ, διερωτάται η Jeannie Suk που διδάσκει δίκαιο στο Harvard; Όταν απεφάσισε να κάνει μάθημα για την σεξουαλική βία, φοιτητές αρνήθηκαν να παρασταθούν διότι το μάθημα θα ξυπνούσε μέσα τους τραυματικές εμπειρίες. Άλλοι απαίτησαν να προηγηθεί ένα «trigger warning» (μία προειδοποίηση για πρόκληση ψυχικού τραύματος) εν όψει των διαλέξεων. Μερικοί από τους φοιτητές έχουν φθάσει στο να της ζητούν, κατά το μάθημά της να μη χρησιμοποιεί τον όρο «παραβίαση (violation) του νόμου» διότι ο όρος αυτός (violation) παραπέμπει σε τραυματικές εμπειρίες και σε κουλτούρα βιασμού. Πώς να διδάξω; διερωτάται. Είναι σαν να διδάσκεις χειρουργική σε φοιτητές που δεν υποφέρουν τη θέα του αίματος.

Για τον Haidt και τον Lukianoff πρόκειται για μια πραγματική γενεακή μεταβολή. Τα παιδιά baby-boom (Σ.Σ: γεννημένοι μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο) καθώς και τα παιδιά της γενιάς Χ (γεννημένοι μεταξύ 1966 και 1976) θυμούνται ότι έκαναν ελεύθεροι βόλτα με το ποδήλατο στη γειτονιά τους κατά τα παιδικά τους χρόνια. Από το 80 και μετά οι γονείς έγιναν πιο καχύποπτοι και πιο προστατευτικοί.

Με δυό λόγια, τα παιδιά που γεννήθηκαν μετά το 80 λαμβάνουν σταθερά το εξής μήνυμα: η ζωή είναι επικίνδυνη αλλά εμείς οι ενήλικες θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να σας προστατέψουμε από το κακό. Όχι μόνο από το κακό που προέρχεται από τους ξένους προς εμάς αλλά και από εκείνο που κινδυνεύετε να προκαλέσετε ο ένας στον άλλο. Οι νέοι αυτοί, ενήλικες σήμερα, είναι κανακεμένοι και ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής ενός ενήλικα.

Αλλά, αυτό που συμβαίνει από το 2013 και μετά στα αμερικανικά πανεπιστήμια, είναι ότι έφθασε σ’ αυτά μια γενιά που τράφηκε από το μπιμπερό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ανατράφηκαν σε ένα κλίμα πολιτικής πόλωσης, η οποία όμως έχει τα χαρακτηριστικά μιας υστερικής ατμόσφαιρας και μιας διαβολοποίησης του αντιπάλου. Πρόκειται για αυτό που οι πολιτολόγοι έχουν αποκαλέσει «οπαδική συναισθηματική πόλωση». Καθ’ ένας από τους πόλους διαβολοποιεί τον άλλον.

Επί πλέον αναπτύσσεται και μια «ορθότης του εαυτού» (self-righteousness) για τον καθ’ ένα. Η πεποίθηση ότι βρίσκονται με την καλή πλευρά, ότι είναι ανώτερης αρετής, εφ’ όσον ανήκουν στον αγώνα του καλού. Ο Haidt τα εκθέτει αυτά στο βιβλίο του “The Righteous Mind” (2012), όπου αναλύει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που τίθενται επί το έργον μέσα σ’ αυτή την αυταπάτη μιας ανώτερης ηθικότητας.

—————

Παρακολουθώντας την εκπομπή αυτήν της France-Culture, πώς να μην σκεφτώ πόσο προφητικός υπήρξε ο Christofer Lasch όταν το 1990, αλλά και νωρίτερα, μιλούσε για την κουλτούρα του ναρκισσισμού στην Αμερική, τον ναρκισσισμό και τον απόντα πατέρα στην αμερικανική οικογένεια και την επιδαψίλευση από τη μητέρα ασφυκτικής, και ωστόσο συναισθηματικά απόμακρης, προσοχής στο παιδί; Και όσο για την αίσθηση της νέας αυτής γενιάς των millenians, ότι ανήκει δηλαδή, ως ηθικά «σωστή», στον αγώνα τού καλού, πώς να μην ανατρέξω στον εξ ίσου προφητικό Philippe Muray, ο οποίος ήδη από τη δεκαετία του 90, κατήγγελλε την εμπεδούμενη σιγά σιγά στις δυτικές κοινωνίες «Αυτοκρατορία του Καλού», την Πολιτεία της «Καρδιάς» (Cordicopolis) και τόνιζε πόσο επείγον είναι να τη σαμποτάρουμε;

Γιώργος Γρηγορίου

Christofer Lasch

Philippe Muray

Δείτε και το σχετικό άρθρο: Σχόλιο για το γκρέμισμα των αγαλμάτων στην Αμερική