Οδηγίες για να αντιπαρέλθετε τον επιθετικό ψυχολογισμό

Υπάρχει τελευταία όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, την ψυχολογία και την ανάγνωση χρηστικών βιβλίων αυτοβελτίωσης.

Η ανάγνωση βιβλίων σοβαρών ή λιγότερο σοβαρών είναι μία καταφυγή για πολύ κόσμο. Η καταφυγή στον ψυχολόγο ή τον ψυχαναλυτή είναι σίγουρα κάτι που βοηθάει όταν έχει κανείς σοβαρές εμπλοκές.

Εμφανίζεται όμως το φαινόμενο, άτομα που κινούνται προς την ψυχολογία να θέλουν να την ασκούν και προς τρίτους, ενώ ακόμη δεν έχουν ξεκαθαρίσει βασικά θέματα για τον εαυτό τους. Η τάση αυτή εμφανίζεται κυρίως στις γυναίκες. Οι άντρες, από την φύση τους, είναι συνήθως επιφυλακτικοί, μιλούν λιγότερο για αυτά τα θέματα και δεν θέλουν να εκτεθούν.

Θα δούμε λοιπόν γυναίκες οι οποίες, με απόλυτη βεβαιότητα, θα κρίνουν και θα επικρίνουν καταστάσεις και πρόσωπα με το πρόσχημα ότι έχουν προχωρήσει βαθιά στην ψυχολογία τους. Αυτό είναι ενοχλητικό στις παρέες και οι συνήθως οι υπόλοιποι αντιδρούν, πολλές φορές ειρωνικά, αν οι παρατηρήσεις γίνουν άγαρμπα.

Η αντιμετώπιση όμως είναι δυσκολότερη κατ’ ιδίαν.

Η κυρία με απόλυτη βεβαιότητα για την αίσθησή της, η οποία πιστεύει ότι είναι προϊόν βαθιάς ανάλυσης, μετά από την ανάγνωση μερικών βιβλίων ή την δική της ανάλυση σε ψυχαναλυτή, θα διατυπώσει το συμπέρασμα της εν είδει αποφθέγματος. Πιστεύει μάλιστα ότι περιβάλλεται από φωτοστέφανο αθωότητας και γνώσης, αλλά στην πραγματικότητα είναι σαν την Τασσώ Καββαδία στον ρόλο της επίμονης κακιάς.

Βρίσκεσαι, λοιπόν, σε δύσκολη θέση. Διότι δεν είναι ευγενικό, ούτε επιθυμητό ορισμένες φορές, να αντιλέγεις στις κυρίες. Επίσης μπορεί να πιάσεις τον εαυτό σου να βρίσκει κάποια αλήθεια σε αυτά που ακούει. Ή μάλλον, θα υπάρχει σίγουρα κάποια αλήθεια, αφού κάθε τι που λέγεται έχει μία απόχρωση της αλήθειας μέσα του. Υπάρχει ο κίνδυνος να ενδώσεις στον διάλογο και να παγιδευτείς σε έναν ρόλο αναλυόμενου από μία αυτόκλητη ψυχαναλύτρια.

Τι μπορείς να κάνεις;

Να πετάξεις την μπάλα στην εξέδρα. Μπορείς να απαντήσεις αφηρημένα με ρήσεις από οποιονδήποτε τομέα του επιστητού, εκτός από αυτόν της ψυχολογίας.

Μπορείς να πεις εκφράσεις του Ηράκλειτου, του Μαρξ ή του Νίτσε. Να πεις στίχους του αγαπημένου σου ποιητή ή από τραγούδια του Νίκου Γκάτσου ή ακόμα και του Φώντα Λάδη. Σημασία έχει η μπάλα να βγει εκτός παιδιάς και η αυτόκλητη ψυχαναλύτρια να αισθανθεί ότι δεν παρακολουθείται, σαν να βρίσκεται δηλαδή οφσάιντ. Διαφορετικά η οποιαδήποτε συζήτηση στο ψυχολογικό επίπεδο θα θρέψει μόνο την βεβαιότητά της.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι γυναίκες, πολύ περισσότερο από τους άντρες, ρέπουν προς τον ανταγωνισμό και την κυριαρχία. Οπότε κάθε κίνηση και κάθε λεγόμενο, κατά τις ψυχολογικές συζητήσεις, θα πρέπει να εξετάζεται για την ύπαρξη κάποιου ασυνείδητου στόχου, που μπορεί να μην είναι άλλος από την επιβολή ή την υπονόμευση των άλλων. Κάτι που μπορεί να εμφανίζεται ως ενδιαφέρον και αγάπη μπορεί να είναι, σε μεγάλο βαθμό, επιθυμία ελέγχου.

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ειδικά ένα μη ολοκληρωμένα αναλυμένο άτομο, δεν έχει αυτοκυριαρχία και δεν μπορεί να δει καθαρά τα κίνητρά του. Δεν μπορεί να κάνει ούτε σωστά ανάλυση, κι ακόμα περισσότερο, δεν θα διατυπώσει ποτέ μια υπόθεση ουδέτερα, όπως ο ψυχαναλυτής.

Την μπάλα λοιπόν στην εξέδρα. Αν αυτό δεν πετύχει ή αν δεν γίνει κατανοητή η δυσφορία σου, η λύση είναι η αποχώρηση από το πεδίο. Η παραμονή στη συζήτηση δεν πρόκειται να οδηγήσει πουθενά και τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα.

Σε άλλη περίοδο, σε άλλες συνθήκες, με νηφαλιότητα, είναι πιθανόν να γίνει μία ουσιαστική και μη ψυχολογιστική συζήτηση. Όχι όμως όταν η κυρία κατακλύζεται από το πάθος του νεοφώτιστου ψυχολόγου.

Μην ξεχνάτε: η ημιμάθεια είναι χειροτέρα της αμαθείας.

Νικήτας Τζιαντζής