Σύγκλισις αποκλινόντων

Βγάζω ψωμί κι ελιές

και λιαστές ντομάτες

που ξήρανα στον ήλιο το καλοκαίρι.

Βγάζει χαβιάρι μαύρο

με κράκερς

που πήρε απ’ το ντελικατέσεν.

Της δείχνω την θέα απ’ το μπαλκόνι·

τα πουλιά

που κρύβονται στα φυλλώματα.

Μου δείχνει τα νέα έπιπλα, το χαλί

και το λεπτό ύφασμα

της κουνουπιέρας.

Ύστερα

προσχωρεί

ο ένας

στην διάθεση

του άλλου.

Αν στην συνεύρεση,

τρυφερή η βίαιη,

 βρεθεί ο πυρήνας του κενού

ίσως τότε

– μόνο τότε –

μπορεί η κάθε θέση

να αποκαλυφθεί ως ματαιοδοξία

και η ζωή να θριαμβεύσει

πάνω από τα γήινα,

όπως το ρολόι

στην πλατεία της Στεμνίτσας

ή των Γρεβενών.

Κανέλλος Κουτσομύλης