Μελέτες και Διαχειριστικά Σχέδια στις περιοχές ΝΑΤΟΥΡΑ. Και τι έγινε;

Καμμία φορά περιμένεις κάτι πολύ και όταν έρχεται βλέπεις ότι δεν θα αλλάξουν και πολύ τα πράγματα. Συμβαίνει στην προσωπική ζωή, συμβαίνει στην πολιτική, μπορεί να συμβαίνει και με τις μελέτες.

Βρίσκεται σε εξέλιξη από τις 21 Απριλίου η εκπόνηση Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών για όλες τις περιοχές του δικτύου Νατούρα 2000 στην Ελλάδα. Κατάληξη αυτών των μελετών εκτός από τα Σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων για την θεσμοθέτηση ζωνών προστασίας ή άλλων χωροταξικών ρυθμίσεων ή όρων και περιορισμών στις περιοχές Νατούρα είναι και η σύνταξη των Διαχειριστικών Σχεδίων, ο σχεδιασμός δηλαδή των διαχειριστικών μέτρων τα οποία θα ληφθούν με στόχο την διατήρηση των σημαντικών ειδών και τύπων οικοτόπων που εντοπίζονται σ’ αυτές τις περιοχές.

Γιατί όμως γίνονται όλες αυτές οι μελέτες τώρα και γιατί γίνονται όλες μαζί;

Από την δεκαετία του 1990 έχουν εκπονηθεί μια σειρά από Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες με στόχο την θεσμοθέτηση Προστατευόμενων Περιοχών. Πολλές από αυτές εκπονήθηκαν στο πλαίσιο προγραμμάτων για την προστασία ειδών που υλοποιούνταν κυρίως από Περιβαλλοντικές Οργανώσεις (Ορνιθολογική, Αρκτούρος, WWF κλπ) σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος ή άλλους δημόσιους φορείς. Κάποιες εκπονήθηκαν από κρατικά ινστιτούτα όπως είναι το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών ή ημικρατικά ιδρύματα όπως το Ελληνικό Κέντρο Βιοτόπων Υγροτόπων (ΕΚΒΥ).

Πολύ λίγες μελέτες όμως κατέληξαν σε θεσμοθέτηση και καθώς υπήρχε μεγάλη πίεση από την Ευρωπαΐκή Ένωση, η οποία είχε συμβάλει στην χρηματοδότηση αυτών των μελετών, για την υλοποίηση τους και καθώς επίσης υπήρχε, μέσα από τις οδηγίες που συνιστούν το δίκτυο Νατούρα 2000[1], υποχρέωση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παίρνουν μέτρα προστασίας για την διατήρηση ειδών και τύπων οικοτόπων, η χώρα βρέθηκε ένα βήμα πριν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Έτσι έκανε δύο κινήσεις ταυτόχρονα: η μία είναι η επέκταση της κάλυψης υπό το σχήμα των Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών[2] σε όλες τις περιοχές Νατούρα και η δεύτερη ήταν αυτή η διακήρυξη για τις 11 μελέτες οι οποίες ξεκίνησαν να υλοποιούνται.

Στην χώρα είχαν προηγηθεί κάποιες κινήσεις πριν από τον πόλεμο με την δημιουργία των Εθνικών Δρυμών με πρώτο αυτόν του Ολύμπου και ακολούθως του Παρνασσού. Το 1973 εντάχθηκαν στη διεθνή συνθήκη Ραμσάρ 11 μεγάλοι υγρότοποι. Πολύ λίγα όμως είχαν γίνει για την διαχείριση και των Εθνικών Δρυμών[3] και των υγροτόπων μέχρι το 90 οπότε θεσμοθετήθηκε το δίκτυο Νατούρα 2000 και επιβλήθηκε στα κράτη-μέλη να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία και την για τη διατήρηση των ειδών και να εφαρμόσουν διαχείριση των περιοχών προς όφελος της διατήρησης ειδών και τύπων οικοτόπων.

Μια εξαίρεση υπήρχε προηγουμένως με κινήσεις που είχε κάνει ο Αντώνης Τρίτσης με μελέτες για το περιβάλλον και οι πρώτες μελέτες για τους υγροτόπους Ραμσάρ όπου προτάθηκαν ζώνες προστασίας. Και αυτές οι μελέτες όμως όπως και οι περισσότερες απ’ όσες ακολούθησαν, είτε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος είτε από διάφορα προγράμματα, έμεναν συνήθως στο συρτάρι. Ενώ έπρεπε να εκδοθούν Προεδρικά Διατάγματα για την προστασία και διαχείριση των περιοχών, στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν έγινε απολύτως τίποτα.  Σε κάποιες περιοχές, αυτές για τις οποίες το 2003 δημιουργήθηκαν Φορείς Διαχείρισης, εκδόθηκαν Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις διάρκειας δύο ετών οι οποίες ανανεώνονταν ανά διετία (αν και συχνά ούτε αυτό συνέβαινε) και ελάχιστα Προεδρικά Διατάγματα.

Αυτή η παραμονή των μελετών στο συρτάρι έδινε το πρόσχημα στον επόμενο Υπουργό Περιβάλλοντος να εξαγγείλει ότι «θα μελετηθούν εκ νέου οι περιοχές» καθώς τα ανθρωπογενή δεδομένα και οι χρήσεις γης έχουν αλλάξει. Με τον τρόπο αυτό αναβάλλονταν συνεχώς η θεσμοθέτηση. Τώρα, που ο κόμπος έφτασε στο χτένι και πριν στην χώρα επιβληθεί ένα σοβαρό πρόστιμο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος έκανε μία κίνηση ώστε να εκπονηθούν συντονισμένα οι μελέτες με προφανή σκοπό να προχωρήσει συντεταγμένα στη θεσμοθέτηση και στην διαχείριση των περιοχών.

Ας δούμε πώς έχουν τα πράγματα, καταρχάς στον χώρο των μελετών. Η απαίτηση της προκήρυξης ήταν ότι στην συμμετοχή στον διαγωνισμό είχαν δικαίωμα μελετητικά γραφεία που κατείχαν μελετητικό πτυχίο Δ’ τάξης, δηλαδή αναγκαστικά ένωση μελετητών που έχουν συστήσει μελετητική εταιρεία. Όταν αυτό έγινε γνωστό τα γραφεία με μελετητικά πτυχία Δ’ τάξης στον τομέα των περιβαλλοντικών μελετών ήταν λιγότερα από τα δάχτυλα του ενός χεριού και μέσα σε δύο μήνες έγιναν διάφοροι συνασπισμοί με το αποτέλεσμα σήμερα να είναι πενταπλάσια.

Τι είναι όμως αυτά τα γραφεία και πόσο έχουν σχέση με την διατήρηση και την διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος; Τα περισσότερα είναι γραφεία που εκπονούσαν Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων[4] είχαν, δηλαδή, εξειδικευτεί στο να αιτιολογούν την αναγκαιότητα υλοποίησης ενός έργου χρηματοδοτούμενοι από τον επενδυτή. Πολύ λίγα από αυτά είχαν εκπονήσει μελέτες που αφορούν την διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.  Η συντριπτική πλειοψηφία είναι μηχανικοί και περιβαλλοντολόγοι με γενική εξειδίκευση στην περιβαλλοντική αδειοδότηση και μόνο σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να συμπεριλαμβάνουν άλλες ειδικότητες όπως βιολόγοι. Κάποια γραφεία που συνίστανται από δασολόγους ασχολούνται κυρίως με την δασοκομία, εκπονούν δηλαδή τα ονομαζόμενα κατ’ ευφημισμό Δασικά Διαχειριστικά που είναι στην πράξη ο καθορισμός των μεθόδων εκμετάλλευσης του δάσους ανά συστάδα και υπολογισμοί ξυλείας.

Καθώς οι μελετητές των γραφείων δεν έχουν στην πλειοψηφία τους σχέση με το φυσικό περιβάλλον επιβλήθηκε να συνεργαστούν αναγκαστικά με εξειδικευμένους επιστήμονες στην καταγραφή, αξιολόγηση και σχεδιασμό της διατήρησης της βιοποικιλότητας (βοτανικούς, ειδικούς στην πανίδα, ορνιθολόγους κλπ). Έχουμε συνεπώς ένα μηχανισμό εκπόνησης της μελέτης από μη εξειδικευμένους σε αντικείμενα σχετικά με το φυσικό περιβάλλον που συνεπικουρούνται από ειδικούς στη βιοποικιλότητα οι οποίοι θα πρέπει να εκπονήσουν πακέτα μελετών για 20 έως 30 περιοχές Νατούρα μέσα σε δύο χρόνια. Το υπουργείο έχει φροντίσει βέβαια να επικουρείται από μία μελετητική ομάδα η οποία θα αξιολογεί την πορεία των μελετών και θα το βοηθήσει στην νέα παραλαβή των παραδοτέων από τις 11 μελετητικές ομάδες.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι επιτέλους έχουμε έναν ενιαίο, οργανωμένο τρόπο για να προχωρήσουμε στην  Διαχείριση για τη διατήρηση των περιοχών και της βιοποικιλότητας σε αυτές. Υπάρχουν όμως κάποιοι περιορισμοί:

Οι μελέτες αυτές θα πρέπει να εκπονηθούν με τα υπάρχοντα στοιχεία, χωρίς δηλαδή επισκέψεις το πεδίο για καταγραφή και αξιολόγηση, θεωρώντας ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή επαρκή δεδομένα για την βιοποικιλότητα. Το Υπουργείο ελπίζει στην επάρκεια του προγράμματος της εποπτείας της βιοποικιλότητας που εκπόνησε μεταξύ 2013 και 2015 και αφορούσε την αποτύπωση της κατανομής ειδών και τύπων οικοτόπων σε όλες τις περιοχές Νατούρα. Στο πρόγραμμα αυτό οι καταγραφές στις περισσότερες περιοχές δεν ξεπέρασαν τις 5 μέρες ανά αντικείμενο (ορνιθοπανίδα, χλωρίδα, ασπόνδυλα κλπ) και συνεπώς τα δεδομένα δεν μπορούν να θεωρηθούν καθόλου επαρκή και αν δεν υπάρχουν διάφορες άλλες μελέτες και έρευνες για την περιοχή είναι πιθανόν να είναι αυτά τα μοναδικά συστηματικά δεδομένα. Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολύ περισσότερα δεδομένα από την δεκαετία του ᾿90 όταν θεσμοθετήθηκαν οι πρώτες περιοχές Νατούρα αλλά απέχουμε από να θεωρηθούν αυτά επαρκή για όλες τις περιοχές.

Έτσι εναπόκειται στα μελετητικά γραφεία και στους εξειδικευμένους μελετητές με τους οποίους έχουν υποχρεωθεί να συνεργάζονται να προτείνουν επαρκή, συνεκτικά και ρεαλιστικά Σχέδια Διατήρησης και προτάσεις ρυθμίσεων χρήσεων γης, όρων και περιορισμών μέσα στις περιοχές Νατούρα. Όσοι μελετητές και κυρίως εξωτερικοί συνεργάτες των μελετητικών γραφείων, στο βαθμό που έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν την άποψή τους, έχουν γνώση και εμπειρία των περιοχών θα μπορέσουν να προτείνουν ένα κάπως συνεκτικό σχέδιο για τη διατήρηση ειδών και περιοχών. Διαφορετικά θα πρόκειται απλά για ένα  ρεαλιστικό σχέδιο το οποίο, από την φύση των γραφείων τα οποία υλοποιούν, θα ρυθμίζει μάλλον τις δυνατότητες υλοποίησης έργων στην Προστατευόμενη Περιοχή παρά θα προτείνει μέτρα για την ανόρθωση οικοσυστημάτων και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας.

Άλλωστε, όπως ρητά ειπώθηκε, τα Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια τα οποία είχε εγκρίνει η πολιτεία υπερτερούν των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών. Έτσι π.χ. ο σχεδιασμός για επέκταση των Αιολικών Σταθμών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας σε όλες τις περιοχές  Νατούρα της χώρας με ελάχιστους περιορισμούς θα είναι ένας κανόνας τον οποίο δεν θα πρέπει να ξεπεράσει ο μελετητής, ακόμη και αν μπορεί να αποδείξει ότι η δημιουργία ενός αιολικού πάρκου θα προκαλέσει μη αντιστρεπτή ζημιά που θα βλάψει απειλούμενα είδη και την ακεραιότητα μιας περιοχής Νατούρα.

Υπήρξε μια μεγάλη προσδοκία για αυτές τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες ότι επιτέλους θα βάλουν τα πράγματα σε τάξη και επιτέλους θα ληφθούν μέτρα προστασίας. Η προσδοκία αυτή φάνηκε και με την επιστολή που έστειλαν στο Υπουργείο Περιβάλλοντος ορισμένοι Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών με αίτημα αναστολής εγκρίσεων για έργα έως την υλοποίηση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών. Ένα αίτημα που μάλλον δεν θα γίνει αποδεκτό καθώς πάντα υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις και ακριβώς λόγω αυτού πολλοί σπεύδουν να επωφεληθούν.

Φαίνεται ότι ο συνοπτικός τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε η εκπόνηση των μελετών, η έλλειψη εργασιών πεδίου για την συγκέντρωση πρωτογενών δεδομένων και οι κατευθύνσεις οι οποίες δίνονται δεν θα οδηγήσουν σ’ αυτό που ελπίζουν οι άνθρωποι με περιβαλλοντική ευαισθησία.

Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι μία μελέτη είναι κάτι σημαντικό και ότι  από μόνη της μπορεί να λύσει τεχνικά ζητήματα. Ακόμα και αυτοί που αντιπαρατίθενται σε ένα έργο προσφεύγουν συχνά στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ελπίζοντας ότι θα βρουν εκεί κάποιο επιχείρημα. Στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων συναντούν ένα συσκοτιστικό γλωσσικό ιδίωμα μιας ψευδοεπιστήμης που χειρίζεται με σοφιστικό τρόπο τα δεδομένα.  Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στα Χωροταξικά Σχέδια, είτε αφορούν τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είτε τον Τουρισμό είτε κάποιο άλλο ζήτημα. Στην πραγματικότητα παρουσιάζονται  ως μελέτες που αντιμετωπίζουν τεχνικά και διοικητικά προβλήματα με έναν τεχνοκρατικό τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πολιτικά στην ουσία κείμενα που ρυθμίζουν τις χρήσεις γης σύμφωνα με αξίες που μπορεί να μην είναι αποδεκτές από όλους.

Αυτά τα κείμενα θα  υπερισχύουν των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών και είναι πολύ πιθανόν και αυτές να έχουν τον ίδιο τεχνικό χαρακτήρα που υποκρύπτει συγκεκριμένη πολιτική άποψη ή προκρίνει συγκεκριμένες αξίες χωρίς να τις κατονομάζει. Όντας συντονιστής μίας από τις 11 ομάδες μελετών και έχοντας μεγάλη προσδοκία ότι επιτέλους θα μπορέσουμε να κάνουμε ένα σημαντικό βήμα διαπιστώνω εξαίφνης ότι οι περιορισμοί και το πλαίσιο είναι πολύ ασφυκτικό.

Μετά την τελευταία σύσκεψη στο υπουργείο βγήκα στο δρόμο σιγοτραγουδώντας το τραγούδι που ακουγόταν στην ταινία του Τσιώλη  «Φτάσαμε» «και τι έγινε που ήρθες και τι έγινε».

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Υποσημειώσεις

[1] Η οδηγία για τα άγρια πουλιά του 1979 και η οδηγία για τους οικοτόπους, που αφορά και τα υπόλοιπα είδη, του 1992.

[2] Κάλυψη που δυστυχώς δεν θα οδηγήσει σε κάτι σπουδαίο, αφού οι υπάρχοντες Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών με το ίδιο προσωπικό και την ίδια χρηματοδότηση έχουν πλέον ευθύνη για εκτάσεις πενταπλάσιας έκτασης από αυτήν που είχαν μέχρι σήμερα.

[3] Είναι χαρακτηριστικό ότι 60 χρόνια μετά τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου εξαφανίστηκαν είδη από την περιοχή. Μεταξύ αυτών και ο εμβληματικός γυπαετός. Την ίδια στιγμή στην Αμερική, από την οποία εισάγαμε τον θεσμό των Εθνικών Πάρκων, το είδος σύμβολο, ο αμερικάνικος θαλασσαετός έτυχε ειδικής φροντίδας, το είδος σώθηκε, ο πληθυσμός του αυξήθηκε και επεκτάθηκε η εξάπλωσή του.

[4] Βλ. Εισαγωγή στην Διαδικασία Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης. Θα το βρείτε εδώ

Φωτογραφία κορυφής: Από την συνάντηση εργασίας για τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες στις 23/4/2019 στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Περιβάλλοντος

3 σκέψεις σχετικά με το “Μελέτες και Διαχειριστικά Σχέδια στις περιοχές ΝΑΤΟΥΡΑ. Και τι έγινε;

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.