Γιάλοβα. Μαθητευόμενοι μάγοι επί έναν αιώνα στον υγρότοπο.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Water μια έρευνα για την Γιάλοβα.

Maneas G., E. Makopoulou, D. Bousbouras , H. Berg &S. Manzoni . 2019. Anthropogenic Changes in a Mediterranean Coastal Wetland during the Last Century—The Case of Gialova Lagoon, Messinia, Greece. Water 2119, 11, 350;doi:10.3390/w11020350

Διαθέσιμο στον ιστότοπο: https://doi.org/10.3390/w11020350

Το περιοδικό έχει έναν σεβαστό βαθμό επίδρασης (impact factor) για τους συνεργάτες που κάνουν ακαδημαϊκή καριέρα. Ελπίζω ότι θα έχει και κάποια επίδραση για την επίτευξη ικανοποιητικής κατάστασης διατήρησης στον υγρότοπο.

Στα έργα αποξήρανσης του 1960 είχαν συμμετάσχει συμπατριώτες μου, εργάτες και οικοδόμοι, από την Γορτυνία. Το έργο αυτό απέτυχε όπως και άλλα που είχαν σχεδιαστεί στο πόδι. Την τελευταία δεκαετία βρέθηκα στην περιοχή σε ειδικές έρευνες με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία και το πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης σε μια προσπάθεια να καταλάβουμε καλύτερα τον υγρότοπο και να προσπαθήσουμε να διατηρηθεί.

Είναι ένα τυπικό παράδειγμα επεμβάσεων σε υγρότοπο στην Ελλάδα. Οι υδρολογικές αλλαγές που αφορούν την στάθμη και την αλατότητα που οδηγούν συχνά σε δυστροφικές κρίσεις μπορούν να αναστραφούν μόνο με μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Το ιστορικό των αλλαγών στον υγρότοπο είναι σημαντικό στοιχείο για να καταλάβουμε καλύτερα, όπως και οι μετρήσεις για την ποιότητα και την ποσότητα του νερού, το βένθος, το πλαγκτόν, τα ψάρια και τα πουλιά.

Η δημοσιεύση αυτή είναι η πρώτη για τον υγρότοπο από αυτές τις έρευνες.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Ακολουθεί ένα κεφάλαιο από την μελέτη:

Μπούσμπουρας Δημήτρης, Γιώργος Μανέας, Σάββας Μπηλιώνης, Αθανάσιος Ευαγγελόπουλος 2011. Υδρολογική Μελέτη υγροτόπου Γιάλοβας. Προσδιορισμός των αναγκαίων μέτρων διαχείρισης για την επίτευξη Ικανοποιητικής Κατάστασης Διατήρησης. 212 σελ. + Παραρτήματα. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία.

Εικόνα1.jpg

Ανθρώπινες παρεμβάσεις και αλλαγές στον υγροτόπο κατά τον 20ο αιώνα. 

Τον προηγούμενο αιώνα μετά από μια σειρά ανθρώπινων επεμβάσεων τα χαρακτηριστικά του υγροτόπου άλλαξαν.

Προπολεμικά οι εκτάσεις περιμετρικά της λ/θ εκμεταλλεύονται ως ορυζώνες με εξαίρεση το τμήμα εκείνο μεταξύ του ρέματος Γιαννούζαγα και της αποστραγγιστικής τάφρου (έκταση 160 στρεμμάτων περίπου) που χρησιμοποιείται, από το 1930 μέχρι και μετά τον πόλεμο, ως πειραματική ζώνη λιπασμάτων. Η καλλιέργεια του ρυζιού είναι από τις πιο συμβατές με την διατήρηση ενός υγροτόπου. Τα χωράφια αυτά πρέπει να είναι όλα αυτά με μικρό κλήρο που διακρίνονται στην αεροφωτογραφία του 1945. Όπως διακρίνεται και στην αεροφωτογραφία αυτή οι ζώνη με έλη και καλαμιώνα καταλάμβαναν μεγάλη έκταση. Στα βόρεια υπήρχε μια μεγάλη επίσης έκταση με τον τυπικό οικότοπο των λ/θ «Λασπώδεις και αμμώδεις επίπεδες εκτάσεις που αποκαλύπτονται κατά την αμπώτιδα».
Προπολεμικά η εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής της λιμνοθάλασσας γινόταν από τον τοπικό συνεταιρισμό ψαράδων που την μίσθωνε για τέσσερα χρόνια με ανοιχτή δημοπρασία στην Εφορία της Πύλου αντί του ενοικίου των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών το έτος. Η μέση ετήσια παραγωγή, σύμφωνα με την έκθεση του εκπροσώπου της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής, που ανέλαβε το 1979 τη διαχείριση της λιμνοθάλασσας, ήταν κατά τα έτη 1928-1939 22-27,5 tn/έτος σε 6.500 στρέμματα έκτασης. Η επικοινωνία με την θάλασσα γινόταν με ένα κανάλι (δυτικά). Αυτό ανοίγονταν με φτυάρια την άνοιξη, στην συνέχεια έκλεινε από προσχώσεις και έμενε κλειστό όλο τον χειμώνα. Το 1920 άνοιξε για ένα έτος δοκιμαστικά ένα κανάλι στα βόρεια προς την Βοϊδοκοιλιά αλλά δεν ξανανοίχτηκε διότι πλημύριζαν αγροτικές εκτάσεις.

Ο Γιαννούζαγας πιθανότατα τροφοδοτούσε με νερά την λιμνοθάλασσα έως το 1939 τουλάχιστον. Ο Λύκος (1999) αναφέρει ότι υπάρχουν τοπογραφικοί χάρτες του ’39 όπου φαίνεται ότι το ρέμα τροφοδοτούσε τη λιμνοθάλασσα διαμέσου της περιοχής που καταλαμβάνει σήμερα ο ιχθυογεννητικός σταθμός και συμπεραίνει ότι η κοίτη άλλαξε διεύθυνση εκβάλλοντας απευθείας στον κόλπο του Ναυαρίνου πιθανότατα ύστερα από μεγάλης έντασης κατακρημνίσεις το 1964. Από τις διαθέσιμες όμως αεροφωτογραφίες από το 1945 και μετά μετά φαίνεται ότι δεν υπήρχε άμεση επικοινωνία. Σε χάρτη του 1952, που βασίζεται σε αεροφωτογραφίες του 1945, παρουσιάζεται αύλακας που ξεκινάει από τον Γιανούζαγα και κατευθύνεται έως την θέση Σβάρνα, περιοχή όπου υπήρχαν ορυζώνες.

Στην αεροφωτογραφία του 1945 διακρίνεται και μία δίοδος δυτικά από την θέση που βρίσκεται το σημερινό κανάλι. Διακρίνονται επίσης άλλες δίοδοι. Είναι πολύ πιθανό ότι και αυτές άνοιγαν κατά περιόδους. Η σημερινή δίοδος σύμφωνα με τον Diakovasilis (1981) άνοιξε το 1948-49. Η δίοδος έκλεινε (επιχωματωνόταν) από τα τέλη του Νοεμβρίου έως τις αρχές Φεβρουαρίου. Πάλι σύμφωνα με στοιχεία της έκθεσης του εκπροσώπου της Γεωπονικής Σχολής (Diakovassilis Β.Μ., 1981), το 1953 η ιχθυοπαραγωγή κυμαίνονταν γύρω στους 16,5 tn/έτος (λαβράκι 1 tn, τσιπούρα 4 tn, Κέφαλος 8 tn και χέλια 3,5tn).

Το 1954 η λ/θ είχε έκταση 6.500 στρ. και το βάθος της ήταν 0,6 – 2 μ. (Diakovasilis 1981). Τα νερά του Ξηρολάγγαδου (που γέμιζε από τα νερά των βροχοπτώσεων μόνο κατά τη χειμερινή περιόδο)και των πηγών Τυφλομύτη , που την περιβάλλουν ακόμη και σήμερα, αναμειγνύονταν απευθείας – έμπαιναν «κοιμιστά» – με τα νερά της λιμνοθάλασσας δημιουργώντας ένα μοναδικό σύμπλεγμα παράκτιων αλμυρόβαλτων και ελών από καλαμιώνες, ύψους έως και 6μ., «παπύρια» και ψαθιά που εκτείνονταν μέχρι το σημερινό ασφαλτόδρομο Πύλου – Κυπαρισσίας, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, δημιουργώντας ένα μοναδικό καταφύγιο για τα μεταναστευτικά πουλιά και τα χέλια. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι αν δεν «πείνασε» η ευρύτερη περιοχή, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, οφείλεται (σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων γερόντων κυνηγών και ψαράδων), εξολοκλήρου ή τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο ποσοστό στην πλούσια ίχθυοπανίδα και ορνιθοπανίδα της λιμνοθάλασσας και του λεγόμενου «βάλτου».
Σημειώνεται ότι τα ψαθιά έχουν πολύ μικρότερη ανθεκτικότητα στην αλατότητα από το καλάμι. Άρα η αλατότητα στον βάλτο ήταν χαμηλή. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ως εκείνη την περίοδο πολύ λιγότερα νερά ήταν δεσμευμένα για την ύδρευση και την άρδευση.

Το 1956, παραχωρείται η εκμετάλλευσή της στην οικογένεια των Σκοταδαίων από την Πύλο.

Το 1958 η λιμνοθάλασσα περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα των αποξηράνσεων του Υπουργείου Γεωργίας και αρχίζει να αποστραγγίζεται για να αποδοθεί σε αγροτικές καλλιέργειες. Σύμφωνα με το πρόγραμμα οι ακτήμονες θα έπαιρναν εκτάσεις γης για την καλλιέργεια μονοετών φυτών και όχι δέντρων όπως συμβαίνει σήμερα. Τα έργα σταμάτησαν μετά από τρία χρόνια λόγω των δυσκολιών από τις εισροές νερό που πλημύριζε την λ/θ τον χειμώνα. Τα έργα αποξήρανσης περιλάμβαναν την κατασκευή μιας τσιμεντένιας τάφρου μήκους 150μ. μέσω της οποίας και με τη βοήθεια ενός ηλεκτροκίνητου αντλιοστασίου (σημερινό παλιό αντλιοστάσιο στην είσοδο του περιφερειακού αναχώματος από τη ΝΔ πλευρά της λιμνοθάλασσας) τα νερά διοχετεύονταν στον όρμο του Ναυαρίνου. Επίσης κατασκευάστηκαν μια περιμετρική τάφρος (σημερινός αγροτικός δρόμος που ξεκινάει από το γεφύρι στις αρχές της παραλίας του Διβαρίου και περνάει πίσω από τη μεγάλη «γράνα» – ανάχωμα – του Τυφλομύτη) και ένα δίκτυο, εσωτερικών στη λιμνοθάλασσα, τάφρων που συνδέονταν μεταξύ τους. Τα έργα, ύστερα από διάστημα τριών χρόνων, κρίθηκαν ασύμφορα και σταμάτησαν καθώς το χειμώνα η λιμνοθάλασσα ξαναγέμιζε με νερό από το ρέμα Τυφλομύτη (υπόγειες υδροφορίες) και τα νερά των κατακρημνίσεων. Την περίοδο αυτή, αμέσως μετά τα αποξηραντικά έργα, η λιμνοθάλασσα καταλαμβάνει πλέον έκταση 4.200 στρεμμάτων ενώ το βάθος της κυμαίνεται από 0,4 έως 1,2μ.

Με τα έργα αυτά δημιουργήθηκαν οι περιμετρικές τάφροι που οριοθετούν και σήμερα τον υγρότοπο. Συγκεκριμένα πρόκειται α) για την τάφρο που δέχεται τα νερά από το ρέμα του Ξερολάγκαδου και τα οδηγεί προς την Βοϊδοκοιλιά και β) την τάφρο που δέχεται τα νερά από τις πηγές του Τυφλομύτη και τα οδηγεί στην θάλασσα ΝΑ του υγροτόπου. Οι δύο αυτές τάφροι είναι συνεχόμενες, αν και υπάρχει διαφορετική κλίση και τα νερά κινούνται προς διαφορετική κατεύθυνση εκατέρωθεν των πηγών Τυφλομύτη. Συγκεκριμένα:

• Το Ξερολάγγαδο παλαιότερα χυνόταν στην λιμνοθάλασσα στην θέση Σβάρνα. Μετά την εκτροπή του το νερό κινείται στην τάφρο και χύνεται στην θάλασσα στον Όρμο Βοϊδοκοιλιά. Το καλοκαίρι δεν έχει νερό.
• Από τις πηγές Τυφλομύτη έχει κατασκευαστεί τάφρος που οδηγεί τα νερά στον όρμο του Ναυαρίνου δυτικά της εκβολής του Γιαννούσαγα. Καθώς οι πηγές του Τυφλομύτη αναβλύζουν συνεχώς υπάρχει συνεχώς ροή κατά την διάρκεια όλου του έτους.

Τα έργα αποξήρανσης απέτυχαν λόγω της πολύ χαμηλής στάθμης της λιμνοθάλασσας και της συνεχούς συγκέντρωσης νερού από τη θάλασσα και τις πηγές. Το αντλιοστάσιο και η αποστραγγιστική τάφρος δεν λειτουργούν. Το αντλιοστάσιο έχει πλέον παραχωρηθεί για χρήση στην Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία και έχει μετατραπεί σε Κέντρο Ενημέρωσης για τα πουλιά και τον υγρότοπο, ενώ η τάφρος έχει μπαζωθεί με φυσικό τρόπο.

Το 1965 κατά την διάρκεια ασκήσεων του 6ου αμερικάνικου στόλου στον όρμο του Ναυαρίνου αποφασίστηκε να κλίσει το κανάλι επικοινωνίας με την θάλασσα. Το κανάλι έμεινε κλειστό μέχρι το 1976 οπότε άρχισε πάλι η εκμετάλλευση από αλιευτικό συνεταιρισμό.

Στην διάρκεια αυτών των ετών εκπονήθηκαν σχέδια ανάπτυξης τα οποία αρχικά βρήκαν θετική ανταπόκριση στην τοπική κοινωνία αλλά στην συνέχεια συνάντησαν κάθετη αντίδραση. Προβλέπονταν η ανάπτυξη λιμενοβιομηχανικού και πολεοδομικού συγκροτήματος με ναυπηγεία, διαλυτήριο πλοίων και ναυπηγείο, διυλιστήρια πετρελαίου, πετροχημικά, παραγωγή τσιμέντου, μηχανών και χρωμάτων και τη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου (για containers) στο λιμάνι, καθώς και τη δημιουργία μιας νέας πόλης 41.000 κατοίκων, ενός τουριστικού χωριού 6.000 κλινών, εγκαταστάσεις αναψυχής και ένα νέο διεθνές αεροδρόμιο στους Γαργαλιάνους. Τα ναυπηγεία θα ίδρυε ο όμιλος του εφοπλιστή Ι. Λάτση σε συνεργασία με την Ιαπωνική εταιρία «Ισικαβαζίμα Χαρίμα». Οι εγκαταστάσεις τους θα είχαν κέντρο μια έκταση 600 στρεμμάτων που θα παραχωρούσε το ελληνικό δημόσιο στη ΒΑ πλευρά της λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας. Ένα σχέδιο παρατίθεται σε παράρτημα, όπου διακρίνεται η σχεδιαζόμενη σχεδόν πλήρης κατάληψη του υγροτόπου από βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η αντίδραση των κατοίκων, η παρέμβαση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, τα νέα οικονομικά δεδομένα σχετικά με τα ναυπηγία και οι τεχνικές δυσκολίες για την δημιουργία των εγκαταστάσεων στον υγρότοπο ήταν βασικοί παράγοντες για την αναστολή υλοποίησης αυτών των έργων (Μπάλτας Χ., 1987). Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το 1977 έθεσε τέρμα σ’ αυτά τα σχέδια. Τα σχέδια αυτά παρουσιάζονται στο παράρτημα.

Το 1976 κατόπιν απόφασης του τότε Υπουργού Γεωργίας και του Νομάρχη Μεσσηνίας δίδεται το 100% της εκμετάλλευσης της λιμνοθάλασσας στον αλιευτικό συνεταιρισμό Πυλίας που απαρτίζεται από 15 μέλη. Τότε ανοίγεται ξανά, με πρόχειρα μέσα, το νότιο κανάλι επικοινωνίας με τον όρμο του Ναυαρίνου (νέα «μπούκα») προκειμένου να εισέλθει ξανά γόνος μέσα στη λιμνοθάλασσα. Μέχρι το 1979, όμως, η λίμνη δεν αλιεύεται συστηματικά. Την ίδια περίοδο τοποθετείται και η απαρχή των παράνομων κατασκηνώσεων με τροχοαυτοκίνητα, κυρίως πίσω από τις ψηλές αμμοθίνες της ακτής της Βοϊδοκοιλιάς, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Το 1979, με απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας (9.125/9-10-1979), η λ/θ παραχωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με σκοπό την δοκιμαστική εγκατάσταση πρότυπης μορφής ιχθυοκαλλιέργειας με της κατασκευή χερσαίων δεξαμενών πάχυνσης γόνου σε εγκαταστάσεις της ξηράς. Η χρονική διάρκεια παραχώρησης ορίσθηκε αρχικά για 2 χρόνια με τον όρο ότι στη συνέχεια θα μετατραπεί σε μίσθωση 30 ετών ανανεούμενη ανά 15/ετία σύμφωνα με τη διαδικασία που προέβλεπε το άρθρο 64 του αλιευτικού κώδικα (Ντούνας & Κουτσούμπας.,1996). Τον ίδιο χρόνο η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών νοικιάζει για ένα χρόνο (1-12-79/1-12-80) τη λιμνοθάλασσα, για την εκμετάλλευση της ιχθυοπαραγωγής, στον ήδη υπάρχων αλιευτικό συνεταιρισμό Πυλίας με την επωνυμία «Νέστωρ». Η Γεωπονική Σχολή είχε την εκμετάλλευση της αλιείας κατά 20% των αλιευμάτων (και 80% ο συνεταιρισμός των αλιέων). Τότε διανοίχτηκε με μηχανικά μέσα (εκσκαφικό μηχάνημα της ΥΕΒ) ο δίαυλος στις διαστάσεις που είναι σήμερα στα πλαίσια δημιουργίας μόνιμων ιχθυοσυλληπτικών εγκαταστάσεων και διανοίχτηκε πάλι το δυτικό κανάλι, το λεγόμενο «πηγαδάκι».

Κατασκευάστηκε επίσης το εσωτερικό ανάχωμα που χωρίζει την λ/θ από το έλος και έως την θέση του σημερινού παρατηρητηρίου και τοποθετήθηκαν δύο δίοδοι για την επικοινωνία των υδάτων του βάλτου με τη λιμνοθάλασσα χάρη στην τοποθέτηση ανοξείδωτων υπόγειων σωλήνων που παραμένουν μέχρι σήμερα. Το περιφερειακό ανάχωμα σταματάει ακριβώς στην παραπάνω θέση, σύμφωνα με το σχέδιο του κ. Παπουτσόγλου, καθηγητή ιχθυολογίας της γεωπονικής σχολής, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται η ελεύθερη ανάμιξη των γλυκών νερών του Τυφλομύτη με τα υφάλμυρα νερά της λιμνοθάλασσας, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες.

Τότε κατασκευάζονται, για πρώτη φορά γαϊτες ή μονόξυλα (μικρές βάρκες χωρίς καρίνα κατασκευασμένες από κορμό δέντρων που χρησιμοποιούνται για την αλίευση των λιμνοθαλασσών και των αβαθών λιμνών) που παραχωρούνται στους αλιείς για τη συστηματικότερη αλίευση της λιμνοθάλασσας. Βέβαια η εμφάνιση των μονόξυλων στη λιμνοθάλασσα χρονολογείται από πολύ παλαιότερα, προπολεμικά, μόνο που σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν για θηρευτικούς σκοπούς από τους τότε κυνηγούς του «βάλτου». Έτσι η λιμνοθάλασσα αρχίζει να αλιεύεται, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του «60, το 1979 με αλιευτικά εργαλεία τις ιχθυοσυλληπτικές εγκαταστάσεις και δίχτυα με άνοιγμα ματιού >46mm.

Η ιχθυοπαραγωγή, τότε, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του προέδρου του αλιευτικού συνεταιρισμού φτάνει τους 73 tn (20 tn λαβράκι, 30 tn κέφαλοι, 10 tn τσιπούρα και 13 tn χέλια). Ωστόσο σε σχετική έκθεση εκπροσώπου της Γεωπονικής Σχολής που στάλθηκε εκείνη την περίοδο (Diakovassilis Β.Μ., 1981) μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:

1. Κρίνεται αμφίβολο έως αδύνατο να μπορέσει η Γεωπονική Σχολή να αξιοποιήσει τη λιμνοθάλασσα κάτω από το ισχύον καθεστώς της σχετικής σύμβασης.
2. Ο βαθμός ευτροφισμού της λιμνοθάλασσας και γενικότερα η βιολογική παραγωγικότητα του οικοσυστήματος είναι υψηλή. Ωστόσο οι έντονες ετήσιες φυσικοχημικές μεταβολές της σύστασης του νερού, εξαιτίας του μικρού βάθους και της μη ανανέωσης των νερών, δημιουργούν προβλήματα στους πληθυσμούς των ψαριών.
3. Το Φεβρουάριο του 1980 εξαιτίας του φόβου ρυπάνσεως της λιμνοθάλασσας Γιάλοβας από πετρελαιοειδή που χύθηκαν στον κόλπο του Ναυαρίνου από το πετρελαιοφόρο «Irene Serenade» ο μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας με τη θάλασσα έκλεισε. (Για το μικρό κανάλι δεν αναφέρονται σχετικές πληροφορίες). Το καλοκαίρι του ίδιου έτους παρατηρήθηκαν φαινόμενα ομαδικής θανάτωσης ψαριών, πιθανώς από ασφυξία. Γενικότερα περιγράφονται τα χαρακτηριστικά μιας έντονης δυστροφικής κρίσης (Ντούνας & Κουτσούμπας., 1996) όπως είναι νεκρά ψάρια, υψηλές θερμοκρασίες νερού από 25-29°C, κάλυψη της λιμνοθάλασσας από υδροχαρή φυτά.
4. Η διάνοιξη των διαύλων της επικοινωνίας με τη θάλασσα δεν πρόκειται να αυξήσει σημαντικά τους ιχθυοπληθυσμούς της λιμνοθάλασσας με ανάδρομα είδη λόγω της καταστροφής του κόλπου του Ναυαρίνου και όρμου Βοϊδοκοιλιά από την πετρελαϊκή ρύπανση. Ως μοναδική λύση προτείνεται ο εμπλουτισμός της λιμνοθάλασσας με ιχθύδια εμπορικών ειδών.

Στις 17-11-1981 το καθεστώς μισθώσεως της λιμνοθάλασσας αλλάζει και πάλι. Το πανεπιστήμιο Αθηνών εγκαταλείπει και την αναλαμβάνει η εταιρεία Μεσσηνία ΑΕ (μετοχικό κεφάλαιο 100 εκατ. δρχ με μετόχους την ΑΤΕ 80% και την ΕΤΒΑ 20%). Επιπλέον επιδοτείται και με 15 εκατ. δρχ. από το Ελληνικό Δημόσιο. Παράλληλα ο παλιός συνεταιρισμός αλιέων κατόπιν ασυμφωνίας με τη Μεσσηνία Α.Ε. (του δίδεται μόνο το 40% της ιχθυοπαραγωγής) αποχωρεί από την εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας ενώ ιδρύεται νέος συνεταιρισμός αλιέων.
Το επενδυτικό σχέδιο της εταιρίας προβλέπει:

α) την κατασκευή ιχθυοτροφικής μονάδας έκτασης 130 στρεμμάτων στη βορειοδυτική πλευρά της λιμνοθάλασσας,
β) την διάνοιξη τριών καναλιών επικοινωνίας με τη θάλασσα (δύο με τον κόλπο του Ναυαρίνου και ένα με τον όρμο της Βοϊδοκοιλιάς) και
γ) νέες ιχθυοσυλλητττικές εγκαταστάσεις. Την εποχή αυτή η λιμνοθάλασσα καταλαμβάνει έκταση 2-2500 στρεμμάτων ενώ άλλα 2-2500 στρέμματα καλύπτονται από αλμυρόβαλτους, βάλτους και αλίπεδα.

Η εκπόνηση ολόκληρου του διαχειριστικού σχεδίου τελεί υπό την παρακολούθηση του Λιμεναρχείου Πύλου. Το 1982 η «Μεσσηνία Α.Ε». δημιουργεί, για πρώτη φορά στην περιοχή, πλωτές θαλάσσιες εγκαταστάσεις εντατικής ιχθυοκαλλιέργειας για πάχυνση γόνου λαβρακιού και τσιπούρας. Οι εγκαταστάσεις αυτές αποτελούνται από 10 πλωτούς κλωβούς δυναμικότητας ιχθυοπαραγωγής έως και 50 tn οι οποίοι τοποθετούνται στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της νησίδας Σφακτηρία και κοντά στο επονομαζόμενο «στενό της Συκιάς», στο σημείο που συνορεύει ο νότιος βραχίονας του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς με το βόρειο τμήμα της Σφακτηρίας. Οι κλωβοί που τοποθετούνται σε βάθος 30 μέτρων, περίπου, προβλέπεται να εμπλουτίσουν με ιχθύδια τη λιμνοθάλασσα. Οι ιχθυοκλωβοί στην συνέχεια αυξήθηκαν σε 42 και είχαν δυναμικότητα ιχθυοπαραγωγής 200 tn λαβρακιού και τσιπούρας (σύμφωνα με στοιχεία της «Μεσσηνία ΑΕ»). Σήμερα έχουν απομακρυνθεί.

Η διάνοιξη υπόγειου αγωγού προς την Βοϊδοκοιλιά σταμάτησε το 1981 με παρέμβαση της Αρχαιολογικής υπηρεσίας (Ζ’ Εφορία Κλασσικών και Προϊστορικών Αρχαιοτήτων) όταν η παραλία του Διβαρίου, ο βόρειος βραχίονας του όρμου της Βοϊδοκοιλιάς μαζί μ’ ολόκληρο τον όρμο κηρύσσεται, με Υπουργική απόφαση, ως Αρχαιολογικός χώρος και τοπίο ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους (ΦΕΚ 691/τβ’/12-11-81).

Το 1983 ολοκληρώθηκε το ανάχωμα – δρόμος μεταξύ του έλους και της λ/θ, με την σημερινή του μορφή. Για την επικοινωνία, και προφανώς για την υπερχύλιση του νερού από το έλος προς την λ/θ κατασκευάστηκε ακόμη μία δίοδος. Επιπλέον επιστρώνεται και με αμμοχάλικο έτσι ώστε να χρησιμοποιείται και ως δρόμος για τις ανάγκες της Μεσσηνία Α.Ε. Ο δρόμος, κλείνει και με προστατευτικές μπάρες που υπάρχουν ως σήμερα. Ως αποτέλεσμα του αναχώματος και των τριών διόδων η κίνηση του νερού είναι πλέον διαφορετική αλλά όχι ελεγχόμενη. Όταν η στάθμη του νερού στο έλος είναι ψηλότερα το νερό ρέει προς την λ/θ. Όταν το νερό στο έλος είναι χαμηλά το νερό ρέει από την λ/θ προς το έλος.

Στα ΒΔ της λιμνοθάλασσας διαμορφώθηκαν χωμάτινες δεξαμενές ως υποδομή για ημιεντατικές ιχθυοκαλιέργειες στα Β της λ/θ αλλά τα έργα σταμάτησαν το 1986 με παρέμβαση του Υπ. Πολιτισμού διότι η περιοχή είναι αρχαιολογικός χώρος. Στην θέση αυτή έχουν παραμείνει οι ρηχές εκτάσεις που κατακλίζονται και τα αναχώματα.
Ανατολικά του κυρίως καναλιού επικοινωνίας με τη θάλασσα κατασκευάζονται οι χερσαίες εγκαταστάσεις της «Μεσσηνία Α.Ε».

Εντωμεταξύ από το 1983 μέχρι και το 1985 τη διαχείριση των ιχθυοαποθεμάτων της λιμνοθάλασσας αναλαμβάνουν αλιείς από την Αιτωλοακαρνανία (Αιτωλικό) οι οποίοι και απολύονται τελικά. Τότε είναι (25-9-1984) που σε έκθεση του ιχθυολόγου κ. I. Ρογδάκη αναφέρονται μέτριας έκτασης θανατώσεις ψαριών, κυρίως κεφάλων, που αποδίδονται αφενός στον ψεκασμό των ελαιόδεντρων της περιοχής (δακοκτονία) και αφετέρου σε φυσικά αίτια (δυστροφική κρίση). Αξίζει να σημειωθεί ότι η χημική ανάλυση του νερού της λιμνοθάλασσας από δείγματα που συλλέχθηκαν στις 28- 9-1984 δεν έδειξε επίδραση τοξικών ουσιών. Συνεπώς πιθανότατα οι θάνατοι ψαριών οφείλονταν σε δυστροφικές κρίσεις.

To 1986, στα πλαίσια μιας αποστολής δύο εκπροσώπων της UNEP-FAO με στόχο την εισήγηση προτάσεων για την ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών σε Μεσογειακό περιφερειακό επίπεδο, πραγματοποιούνται επισκέψεις και στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας. Οι ειδικοί εμπειρογνώμονες (Buonfiglio & Rucci, 1986), λαμβάνοντας υπόψη τους τις μέχρι τότε κατασκευές και το διαχειριστικό σχέδιο της Μεσσηνία Α.Ε., προτείνουν την εξολοκλήρου αλλαγή του αναπτυξιακού προγραμματισμού της εταιρίας με σκοπό τον περιορισμό της έκτασης της ιχθυοκαλλιεργητικής μονάδας και επίσης την ριζική αλλαγή του μοντέλου παραγωγής.

Όμως, το 1987 η «μόνιμη επιτροπή παρακολούθησης, ελέγχου και εφαρμογής του προγράμματος ιχθυολογικής αξιοποίησης της λιμνοθάλασσας Νταλιάνι (Γιάλοβα-Πυλίας)» αποφασίζει την πρόταση για δημιουργία ιχθυογεννητικού σταθμού στην περιοχή (13-501987, ΠΡΑΚΤΙΚΑ της Επιτροπής). Προτείνεται επίσης νέος σχεδιασμός με μετατροπή όλων των παραγωγικών τμημάτων σε εντατικά συστήματα καθώς και νέος τεχνικά τρόπος για την αύξηση της εισροής θαλασσινού νερού από την περιοχή του βόρειου βραχίονα του όρμου της Βοϊδικοιλιάς. Πράγματι η ανέγερση του ιχθυογεννητικού σταθμού ξεκινάει το 1989, στα ανατολικά της λιμνοθάλασσας σε υγροτοπική ζώνη κοντά στο πρώτο γεφύρι των παλιών αποξηραντικών αναχωμάτων του ποταμού Τυφλομύτη, με κόστος προϋπολογισμού 1 δις δρχ. Ο σταθμός αυτός ουδέποτε λειτούργησε.

Το 1992 κατασκευάστηκε, με χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Leader»,η άσφαλτος στον παραλιακό δρόμο.

Το 1994-1996, ύστερα από το ναυτικό ατύχημα του πετρελαιοφόρου «Ιλιάς» και την εκροή 74000 γαλονιών αργού πετρελαίου στη θαλάσσια περιοχή του κόλπου του Ναυαρίνου, διεξήχθη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων από το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας στον κόλπο και τη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας. (Ντούνας & Κουτσούμπας, 1996). Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν τα εξής:

1. Στη λιμνοθάλασσα δεν βρέθηκαν ανιχνεύσιμες ποσότητες πετρελαϊκών υδρογονανθράκων. Αυτό δεν ισχύει και για τον κόλπο του Ναυαρίνου όπου ήταν εμφανή, αν και σε χαμηλές συγκεντρώσεις, τα ίχνη της πετρελαϊκής ρύπανσης.
2. Στη λιμνοθάλασσα αλλά και σε μεμονωμένες περιοχές του κόλπου του Ναυαρίνου, παρουσιάστηκε μια έντονη «κρίση δυστροφισμού» (αρνητικό δυναμικό οξειδοαναγωγής ιζήματος και στήλης νερού και ανοξικές καταστάσεις) κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Τα αποστραγγιστικά έργα απέτυχαν αλλά το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο με την διάνοιξη περιμετρικών ταφρών σε παράκτιους αλλά πιο ρηχούς υγροτόπους για την δημιουργία αλυκών. Η εισροή γλυκού νερού περιορίστηκε και η εισροή αλμυρού νερού έγινε μόνιμη με αποτέλεσμα να αυξηθεί η αλατότητα.

Σταδιακά η αλατότητα άρχισε να ανεβαίνει και μετά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’90 οι συνθήκες άρχισαν να είναι ιδιαίτερα αρνητικές τόσο για την ιχθυοπαραγωγή όσο και για την πλούσια ορνιθοπανίδα με την αλατότητα να είναι σχεδόν σταθερά πάνω από αυτήν της θάλασσας.

Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, το 1999 κατασκευάστηκαν δύο ρυθμιζόμενοι υδατοφράκτες από την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία με συγχρηματοδότηση της Ε.Ε. (Πρόγραμμα Life-Nature). Ο στόχος ήταν η διευκόλυνση εισόδου γλυκού νερού από τα δύο ρέματα που έχουν γλυκό νερό που καταλήγει στη θάλασσα (το Ξερολάγκαδο κατά τη διάρκεια του χειμώνα και ο Τυφλομύτης όλο το χρόνο).

Ωστόσο η χωρίς έλεγχο είσοδος του γλυκού νερού δεν ήταν επιθυμητή για τρεις λόγους:

• η ποιότητα του νερού δεν είναι πάντα κατάλληλη (για τουλάχιστον τέσσερις μήνες το Ξερολάγκαδο είναι επιβαρυμένο με απόβλητα ελαιοτριβείων)
• το νερό στην τάφρο του Τυφλομύτη χρησιμοποιούταν εν μέρει για άρδευση και επομένως μπορούσε να χρησιμοποιείται για εμπλουτισμό της λιμνοθάλασσας μόνο τους μήνες που δεν χρειάζεται για αυτό το σκοπό ή όποια ποσότητα περισσεύει (πλεονάζουσα ποσότητα νερού υπάρχει αφού μέσω του καναλιού διευθέτησης των πηγών του Τυφλομύτη, νερό εξακολουθεί να καταλήγει στη θάλασσα ακόμη και αργά το καλοκαίρι).
• n ενδεχόμενη μεγάλη πτώση της αλατότητας στο έλος στα ανατολικά του υγρότοπου μπορεί να μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη επέκταση των καλαμιώνων. Αυτό πιθανά να ευνοούσε το φώλιασμα μερικών ειδών και να απομάκρυνε άλλα είδη.
Επιλέχτηκε συνεπώς τόσο για επιστημονικούς όσο και για κοινωνικοοικονομικούς λόγους, η υποδομή για τη διαχείριση της αλατότητας στη λιμνοθάλασσα να προϋποθέτει την ελεγχόμενη είσοδο του γλυκού νερού μέσω υδροφρακτών ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να εισέρχεται όση ποσότητα χρειάζεται και όταν αυτό είναι επιθυμητό.
Εικόνα2.jpg

Τα έργα περιλάμβαναν υδροληψία με σωλήνα αποτελούμενη από:

• έργο εισόδου
• κυλιόμενη θυρίδα ρύθμισης παροχής
• αγωγό από σκυρόδεμα
• μεταβατική ζώνη συναρμογής με το υφιστάμενο κανάλι

Τα έργα αυτά πραγματοποιήθηκαν με τα εξής δεδομένα:

• Η μέγιστη παροχή της υδροληψίας από τον Τυφλομύτη είναι 700m3/h Ο συνολικός όγκος του γλυκού νερού για τους μήνες Μαϊο ως Σεπτέμβριο είναι 400.000m3.
• Η μέγιστη παροχή της υδροληψίας από τον Ξερολάγκαδο είναι 2000m3/h. Ο συνολικός όγκος του γλυκού νερού για τους 6 χειμερινούς μήνες είναι 2.160.000m3. Εκτίμηση η οποία, με τα σημερινά δεδομένα, κρίνεται πολύ αισιόδοξη.

Ο χειρισμός των καναλιών όμως δεν έχει λειτουργήσει συστηματικά καθώς δεν συντηρήθηκαν τα έργα και δεν υπάρχει πάντα διαθέσιμο προσωπικό.
Στην πράξη επίσης αποδεικνύεται ότι η είσοδος αλμυρού νερού στην λιμνοθάλασσα είναι πολύ μεγάλη για να υπάρξει εξισορρόπηση της επίδρασης.

Η τελευταία εξέλιξη είναι το σταμάτημα της χρήσης του Ξερολάγκαδου ως αποδέκτη λυμάτων ελαιοτριβείου από το 2009. Αυτό δίνει πιθανότατα την δυνατότητα χρήσης του συνόλου των υδάτων του (μετά από έλεγχο της ποιότητας) για την εισροή γλυκού νερού στον υγρότοπο και στην παλιά του πλέον κοίτη.

3 σκέψεις σχετικά με το “Γιάλοβα. Μαθητευόμενοι μάγοι επί έναν αιώνα στον υγρότοπο.

  1. […] τον υγρότοπο δεκαετίες, πρέπει να σταματήσει. Η προσπάθεια αποξήρανσης έχει αποτύχει. Σήμερα πρέπει να καθοριστεί το εποχιακό εύρος […]

  2. […] Είναι συνέχεια παλιότερων ερευνών της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας για τα πουλιά, από την δεκαετία του ᾽90, και της εξέτασης στην συνέχεια των υδρολογικών συνθηκών με μελέτη που συνδύαζε υδρολογικά δεδομένα, βένθος, ψάρια, πανίδα και ορνιθοπανίδα, και είχα συντονίσει το 2010-11. Έρχεται σε συνέχεια δημοσίευσης για τις ανθρωπογενείς αλλαγές στον υγρότο…. […]

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.