Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός

Το σκωπτικό αυτό κείμενο περιγράφει μια φανταστική εικόνα στο Λευκοχώρι Αρκαδίας. Γράφτηκε μετά από ένα όνειρο όπου είδα πολύ κόσμο στην δημοσιά του χωριού. Το προηγούμενο βράδυ, κάποιοι στον πλάτανο συζητούσαν για τις δυνατότητες ανάπτυξης του τουρισμού στο χωριό.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν έρημο δρόμο τον χειμώνα, που έχει κόσμο και μερικά κατοικήσιμα σπίτια μόνο το καλοκαίρι. Πριν την δεκαετία του ´70 όλα τα κτήρια που αναφέρονται, εκτός από τέσσερα, ήταν μαγαζιά. Άλλα τόσα είχε σε όλο το χωριό. Σήμερα όλα τα μαγαζιά στην δημοσιά είναι έρημα και πρόσφατα έκλεισε το τελευταίο καφενείο. Τα πρόσωπα είναι ζώντα ή νεκρά, από πολύ παλιότερα, και οι καταστάσεις αποκωδικοποιούνται μόνο αν τα έχει γνωρίζει κανείς. Η γλώσσα είναι περίπου όπως μιλούσαν παλαιότερα στο Λευκοχώρι. Παρόμοια «όνειρα» υπήρχαν άφθονα την εποχή του καταναλωτισμού, πριν την κρίση, σε όλα τα ορεινά χωριά της χώρας.

Κανέλλος Κουτσομύλης

10β.JPG

Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός

Στρίβω που λες από τον Ψηλαφά και κοιτάω σιαπέρα.  Ούλος ο δρόμος γιομάτος κόσμο. Τραπέζια ολούθε στην δημόσια.  Στου Φώτη ένα παραδοσιακό καφενείο, με στρογγυλά μεταλλικά τραπέζια και ψάθινες καρέκλες. Κι απάνου στα τραπέζια, καφές σε χαλκοματένια μπρίκια και λεκουμάκια σε πιατάκια. Παραδοσιακά κυριλέ.  Σε μια άκρη μια προθήκη με σαπούνια χειροποίητα της fotena’s.

Στου Νταλιάνη η Αντριάνα σέρβιρε χιλοπίτες με κόκκορα κοκκινιστό και κουνέλι λαδορίγανι σε κάτι ορειβάτες με κόκκινα κολάν και τα μπατόν αφημένα δίπλα τους. Απέναντι, στης Μήτσιαινας, ο κυρ Μίμης σέρβιρε χιλοπίτες  κι από πάνου στην ταμπέλα που έγραφε «το ρεκουνέικο σπαγγέτι» είχε ζωγραφισμένη την Μήτσιαινα να ανοίγει φύλλο στον σοφρά.

Στου Σμυρνόγιαννη είχε μεγάλες βιτρίνες με ρούχα μόδατα υψηλής ραπτικής κι απ’ όξω στριμωγμένες γυναίκες σχολιάζανε τις τσουχτερές τιμές του Λάκη Γαβαλά.

Στου Τζαβαλά, η ταβέρνα «το Χάραμα» σέρβιρε σουβλάκια και αρνί ψητό στην σούβλα σε μεγάλες παρέες που γελάγανε και τσουγκρίζανε τα ποτήρια. Ο Γιώργης όρθιος κούναγε τα χέρια και φώναζε: «αρνιά ελεύθερης βοσκής από την στάνη του μπάρμπα Λόλου». Απέναντι ήταν το ουζερί «του Φαναρά» με ούζα, τσίπουρο και για μεζέδες ξερό χταπόδι, μπακαλιάρο και πάστο με αυγά. Γέλια και παζουρλισμός. Δίπλα το εργαστήριο με τα χαλκόματα και τα ντενεκεδένια φανάρια. Μπροστά κάτι Άγγλοι τουρίστες τηράγανε την Φαναρού να λογαριάζει τις τιμές σε εγγλέζικες λίρες με ένα κομπιουτεράκι.

Στα χουπέικα ήτανε τρεις καφετέριες στην σειρά, με μπαμπού καθίσματα και οι πελάτες γυρισμένοι προς την Αλβάνιτσα κοιτάγανε το ηλιοβασίλεμα πίνοντας καφέδες και τρώγοντας λουκουμάδες.  Ούλες οι νύφες στο πόδι σερβίρανε. Παιδιά τρέχανε στον δρόμο, κι άλλα απάνου στο τουράκι κρατάγανε από ένα παγωτό. Η νεολαία, αγόρια και κορίτσια, με μια μπύρα στο χέρι «άραζε» στα σκαλιά του Κανέλλου και γύρω από την μουριά

Παραπάνου, στου ανάπηρου, ο τσολιάς όπως πάντα πούλαγε κλίτσες, ξυλόγλυπτα, πολύχρωμες κουρέλες και σπάρτινα ριχτάρια από τον αργαλιό του γυναικείου συνεταιρισμού «τα Παλιότσουπα».  Ο τσολιάς φώναζε στα γαλλικά: «a la main madame».

Στου «μπάρμπα Μιχάλη το κουτούκι» ο Ντίνος σέρβιρε σοβαρός σε δύο τραπέζια τσίπουρο με κουκιά στον φούρνο. «Στο βάθος  Internet cafe, ο τηλέγραφος» έγραφε μια ταμπέλα και μπροστά οι πιτσιρικάδες κάνανε ουρά για να μπούνε. Από δίπλα ακουγότανε φωνές από το ζαχαροπλαστείο του «Νομάρχη». Πολύς κόσμος στο rouf garden από πάνου, αλλά δεν φαινότανε καλά πίσω από το νέον που έγραφε «φρέσκια γαλόπιτα».

Κοιτάω μέσα στου Τζιτζιάκου την ταβέρνα. Ο θόλος φωτισμένος και κουρδίζανε το μπουζούκι του Γιάννη του φιλόσοφου και το τρίχορδο του Μήτσιου του λυσιάρη. Απόξω ο Γιώργης με τόνα πόδι απάνου στο τουράκι τήραγε τον ήλιο ακουμπισμένος στην σκούπα του. «Εμείς Κανελλάκο είμαστε βραδινό μαγαζί» μου λέει. «Τηράω σιακάτου στην πλατεία. Χαμός γίνεται στον πλάτανο. Θάχει τρελαθεί ο Στουμπίρης»

Ποιό πάνου, στου Νταμπόνη, κρεμασμένα χειροποίητα κιλίμια από το εργοστάσιο στου Φούσκαρι. Θεόρατες τζαμαρίες με χαλιά και δίπλα η χασαποταβέρνα η «Χοτούζα». Ακούγονταν δημοτικά …στα τόπια.  Ένας τσολιάς σερβιτόρος έδειχνε τα κοκορέτσια στον κόσμο που βόλταρε.

Απέναντι, στα Ασημακοπουλέικα, ήτανε στην σειρά ένα κοσμηματοπωλείο, ένα μπακάλικο με μέλια και παραδοσιακές μαρμελάδες και ένα κατάστημα με είδη δώρων με ότι τζίτζιρι μίτζιρι θες, απλωμένα στην δημόσια και κάτι ξεβράκωτες ξανθιές είχανε σταθεί και τηράγανε και δεν χώραγες να περάσεις.

Στον Περιστεριά ήσαντε δυό μπάρ.  Στο ‘να, δεξιά απάνου στο μπαλκόνι με την ταμπέλα «μην τον πεις ούτε … του παπά», ακούγονταν το κλαρίνο του Ρέλια σε ρυθμό σουίγκ. Η Νεφέλη φώναζε  την παραγγελία κάθε πελάτη: «ένα κοκτέηλ «λάγιο μαρτίνι» στο πέντε». Από την άλλη μεριά ήτανε το μπάρ «το αγνάντιο» με μηχανές αραγμένες απάνου στην στροφή και τα τραπέζια στο στενό μπαλκόνι. Εκεί ακούγανε μπαλάντες του Μάλαμα.

Πάω ν’ ακούσω το ποτάμι. Τίποτα. Το βουητό της δημόσιας αντηχούσε στην πέρα μεριά.  Μήτε βουητό από τον Τροχό, μήτε κουδούνια. Ένα φως προβολέα φώτιζε τον βράχο του Παλιόκαστρου και το τελεφερίκ με ένα μπλέ φως έφερνε τους τελευταίους τουρίστες πίσω στον Αγιο Λιά.

Βλέπω, που λες, τον μπάρμπα Ρήγα. Του λέω: «μπορείς να ρθεις αύριο να φτιάσουμε την μάντρα; τάχω ούλα έτοιμα. Μόνο δυό τρεις πέτρες θέλουν πελέκημα.» Μου λέει: «Δεν μπορώ Κανελλάκο.  Ούλο το βράδυ ψες δεν κοιμήθηκα. Τραγουδάνε από πάνω, γελάγανε, κατουρήσανε τσιέ στην αυλή κάτι εγγλεζάκια. Τσι’ απόψε πάλι τα ίδια θάχουμε. Τσιέ ποιός θα κουβαλάει την λάσπη; Ο Κώστας έγινε σερβιτόρος στης Νεφέλης, τσιέ το γαϊδούρι το πήρε η Πηνελόπη να κουβαλάει τους τουρίστες στον Αγιώργη

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λευκοχώρι το 2015.

Ακολουθούν μερικές φωτογραφίες των κτηρίων (Αύγουστος 2018) με την σειρά που παρουσιάζονται στο κείμενο:

1.JPG

Το μαγαζί του Φώτη Δάβου. Η Φώταινα ήταν ειδική στην κατασκευή του πράσινου σαπουνιού και όλοι την συμβουλεύονταν.

2.JPG

Η Ανδρίανα στην αυλής της…

3.JPG

… και η Τζαβαλοντίνα που της κάνει παρέα. Στο βάθος τα χουπέικα.

4.JPG

Το εμπορικό του Σμυρνόγιαννη και δίπλα το μπαλκόνι της Μήτσιαινας.

5.JPG

Πίσω, γκρεμισμένο το μαγαζί του Μπαρμπαντινάκου που τελευταία το είχε ο Φαναράς ως καφενείο, ταβέρνα και φαναρτζίδικο.

6.JPG

Απέναντι το καφενείο – ψησταριά του Τζαβαλά. Σήμερα μόνο για να κάθονται φίλοι και συγγενείς.

7.JPG

Τα χουπέικα με 4 μαγαζιά παλιότερα. Το πρώτο χάνι.

8.JPG

Η θέση που είχε το μαγαζί με τα τουριστικά ο Τσολιάς μέχρι το 2000. Στο βάθος το σπίτι του Μιχάλη που στο ισόγειο είχε μπακάλικο και τηλεφωνείο- τηλεγραφείο ο Ντίνος Μπούσμπουρας.

9.JPG

Το καφενείο του Νομάρχη.

10γ.JPG

Το μαγαζί του Τζιτζιάκου που το είχε τελευταία ως μπακάλικο ο Γιώργης Πανόπουλος

11.JPG

Το εμπορικό και χασάπικο του Φώτη Νταμπόνη και δίπλα η προθήκη με τουριστικά.

13.JPG

Τα Ασιμακοπουλέικα μαγαζιά.

15.JPG

Το μπαλκόνι του παπα-Ντίνου, σήμερα της Νεφέλης. Απέναντι το Παλιόκαστρο, για το οποίο παλαιότερα κάποιοι συζητούσαν σοβαρά το ενδεχόμενο να γίνει τελεφερίκ.

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.