Απέραντο πράσινο λιβάδι

Το τραίνο ταξιδεύει μισογεμάτο.

Τρεις θέσεις μπροστά κάθεται μια κοπέλα αγρότισσα με ωραία χαρακτηριστικά, κόκκινα μάγουλα, κάπως αφελής, από τα λόγια που φτάνουν μέχρι εμένα.

Την είδα ανεβαίνοντας. Μ’ ένα απλό φόρεμα κι ένα καθαρό, λίγο ανήσυχο βλέμμα.

Την βλέπω μέσα από την αντανάκλαση στο τζάμι των αποσκευών. Το τζάμι είναι σκούρο κι όλα φαίνονται πιο αδρά. Αλλά το καθαρό μέτωπο και το χαμόγελο αντανακλούν και φωτίζουν καθώς μιλάει με τους γέρους γονείς της.

Μια κυρία, την ίδιας ηλικίας με την κοπέλα, με δερμάτινο κολάν ενοχλείται από τις ομιλίες κι αλλάζει θέση. Με κοιτάζει στα μάτια ζητώντας κατανόηση. Κάθεται λοξά αριστερά και φοράει τα μαύρα γυαλιά της βυθιζόμενη στην μουγκή αυταρέσκειά της. Δεν με ελκύουν τα καλλίγραμμα πόδια της.

Συνεχίζω να κοιτάζω την κοπέλα μέσα από το θαμπό γυαλί και βλέπω λιβάδια, οπωρώνες και απέραντα χωράφια με παπαρούνες.

Σκέφτομαι τον Νίκο Καββαδία και το A bord de l’ Aspasia: «Κι ἐγώ, ποὺ μόνο τὴν ὑγρὴ ἔκταση ἀγάπησα, λέω πὼς ἐσένα θὰ μποροῦσα ν᾿ ἀγαπήσω.»

Κανέλλος Κουτσομύλης