Γιούκος

Μπορεί στο χωριό οι περισσότεροι να ήταν μαστόροι, αλλά ήταν χτίστες. Μαραγκοί δεν υπήρχαν. Έπρεπε να έρθουν από διπλανά χωριά. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα ότι το σπίτι το έφτιαξε με δική του δουλειά και βοήθεια από άλλους, κάνοντας ανταλλαγές σε μεροκάματα. Μόνο τον μαραγκό είχε πληρώσει.

Ντουλάπες δεν είχανε τα περισσότερα σπίτια. Ούτε οι μεσάντρες, τα ξύλινα χωρίσματα  ανάμεσα στα δωμάτια, είχανε ερμάρια σαν αυτά που βλέπουμε σε παλιά αρχοντικά. Τα ρούχα τα βάζανε σε μπαούλο ή τα κρεμάγανε στην μεσάντρα, σε καρφιά και τα σκεπάζανε με ένα σεντόνι. Τις κουρελούδες, τις μαντανίες, τα σαΐσματα, τα υφαντά, τις σπάρτινες και τις μάλλινες κουβέρτες και τα σεντόνια τα βάζανε το ένα πάνω στο άλλο διπλωμένα με τάξη και όλα αυτά τα καλύπτανε με ένα σεντόνι. Αυτό λεγότανε γιούκος. Οι νοικοκυρές φτιάχνανε τον γιούκο πάνω σε τάβλες ή πάνω σε μπαούλα και ο γιούκος έφτανε σε ύψος μέχρι τα δύο μέτρα.

Σε γιούκο, αλλά ξεσκέπαστο βάζανε και τα προικιά. Στον γάμο της Μαριγούλας του Φώτη, που είχε το μπακάλικο, είχανε ρίξει πάνω στον γιούκο κουφέτα και πολύχρωμα ζαχαρωτά. Τρέχαμε ανάμεσα στις γυναίκες που τραγουδούσαν και τα μαζεύαμε από τα κενά ανάμεσα στις διπλωμένες κουβέρτες, τις μαξιλαροθήκες και τις μαξιλάρες.

Ο γιούκος ήταν το αγαπημένο μας παιχνίδι. Πάνω του ξαπλώναμε και τα άλλα παιδιά τον τραντάζανε. Από ψηλά πηδάγαμε στο πάτωμα σαν να ήταν μεγάλο ανδραγάθημα. Αλλά κάθε φορά μετά έπρεπε να φτιάξουμε πάλι το σεντόνι διπλώνοντας προσεχτικά. Μια φορά που έλειπε η Πηνελόπη στα γίδια, μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι του Λώλου και πηδάγαμε στη σάλα από έναν θεόρατο γιούκο.Ο γιούκος έπεσε και γέμισε την σάλα. Καθώς ήταν ψηλός δεν μπορούσαμε να τον φτιάξουμε. Ο γιούκος έγινε στραβός και το σεντόνι δεν μπορούσαμε να το διπλώσουμε. Την άλλη μέρα τις φάγαμε από τον δάσκαλο με την βέργα.

Τέτοιον γιούκο είχαμε στο χωριό αλλά και στην Αθήνα, στο πρώτο μας σπίτι. Όταν πήραμε την ντουλάπα η γιαγιά έλεγε περήφανα στην μάνα μου: «τώρα θα σε ζηλεύουν οι γυναίκες στο χωριό». Αλλά η ντουλάπα δεν έφτανε. Κάθε πρωί η μάνα μου μάζευε τα ρούχα από τα κρεβάτια, τα τίναζε και τα τοποθετούσε στον γιούκο.

Μπροστά στον γιούκο έβγαλα μια φωτογραφία δεκαεφτά χρονών, με μαύρα γυαλιά αντιγράφοντας τον Elvis Costelo ή τους Specials, στα τέλη του ′70. Το άσπρο φόντο του γιούκου έκανε αντίθεση. Κανένας αθηναίος δεν κατάλαβε τι ήταν. Μόνο ο ξάδελφός μου, ο Μίμης, που μαζί είχαμε ρίξει τον γιούκο της Πηνελόπης, σχολίασε το φόντο και την αίσθηση της ανεπίστρεπτης αλλαγής.

Κανέλλος Κουτσομύλης

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Λευκοχώρι

IMG_3392.JPG

Οι φωτογραφίες από το διαδίκτυο http://purity0000.blogspot.gr

Δυστυχώς δεν βρήκαμε τις παλιές φωτογραφίες.