Ρύθμιση Ροής Υδάτων και έργα στους ποταμούς και το αποστραγγιστικό δίκτυο. Διαχείριση βιοτόπων ορνιθοπανίδας.

Παραθέτουμε ένα παλιό κείμενο για έργα που σχετίζονται με ποτάμια και αρδευτικό δίκτυο. Αν και έχουν περάσει 2 δεκαετίες φαίνεται ότι λίγα πράγματα έχουν γίνει στην Ελλάδα για σωστή διαχείριση των υδάτων που θα περιλαμβάνει και την διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Το κείμενο έχει ιστορική αξία καθώς γράφτηκε μια εποχή λίγο μετά την έναρξη των εργασιών για την εκτροπή του Αχελώου και την αντίστοιχη προσπάθεια εκτροπής του ποταμού Έβρου στην Ισπανία, κατασκευής άλλων φραγμάτων στην Ελλάδα αλλά και ανεξέλεγκτων έργων στα αποστραγγιστικά δίκτυα. Πιστεύουμε ότι έχει ακόμα ενδιαφέρον για υπηρεσίες, μελετητές αλλά και για πολίτες ή οργανώσεις που δραστηριοποιούνται για να προστατέψουν την φύση.

Δεν κυκλοφορεί πλέον σε έντυπη μορφή. Τα κείμενα του τόμου γράφτηκαν το 1998, αλλά δημοσιεύτηκαν το 1999. Η προτεινόμενη αναφορά στο κείμενο είναι η εξής:

Μπούσμπουρας Δ. 1999. Επιπτώσεις της Ρύθμισης Ροής των Υδάτων και των Έργων στους Ποταμούς και το Αποστραγγιστικό Δίκτυο. σελ 25-41 στο: Χατζηλάκου Δ. (επιμέλεια) 1999. Επιπτώσεις έργων και δραστηριοτήτων στα πουλιά και τους βιοτόπους τους. Διαχείριση βιοτόπων της ορνιθοπανίδας. Συνοπτικός οδηγός. σελ. 346. Αθήνα. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, ΥΠΕΧΩΔΕ.

Εισαγωγή

Τα θέματα που αφορούν επιπτώσεις και αντιμετώπιση έργων στους ποταμούς και το αποστραγγιστικό δίκτυο εξετάζονται σε κοινό κείμενο τόσο διότι το περιβάλλον στις τεχνητές τάφρους έχει πολλά κοινά στοιχεία με το περιβάλλον στους ποταμούς, όσο και διότι τα έργα αυτά συνδυάζονται σε σχεδιασμούς  που αφορούν την εκμετάλλευση και ρύθμιση της ροής των υδάτων. Οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που πρέπει να διερευνούνται επίσης σοβαρά και σ’ όλες τις διαστάσεις, πριν από την λήψη των αποφάσεων, δεν συμπεριλαμβάνονται στον παρόν κείμενο.

Τα έργα που επηρεάζουν τα ποτάμια οικοσυστήματα αφορούν έργα ρύθμισης ροής υδάτων καθώς και έργα στην κοίτη και το άμεσο περιβάλλον των ποταμών. Αναλυτικότερα πρόκειται για έργα ή συνδυασμούς έργων που περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

  • Δημιουργία ταμιευτήρων (με σκοπό την άρδευση, την ύδρευση ή την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας)
  • Εκτροπές
  • Αμμοληψίες – Χαλικοληψίες
  • Ρύπανση (από σκουπίδια, χημικά απόβλητα, αστικά λύματα, λύματα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, ελαιοτριβείων κλπ.)
  • Αντιπλημμυρικά έργα

Πολλά από αυτά επηρεάζουν και άλλα οικοσυστήματα εκτός από τα ποτάμια. Κατά την φάση κατασκευής σε πολλά από αυτά τα έργα είναι αναγκαία μεγάλα τεχνικά έργα όπως δρόμοι, απολήψεις χώματος, υλοτομίες, κατασκευή μεγάλων εργοταξίων κλπ τα οποία επηρεάζουν επίσης σοβαρά το ευρύτερο περιβάλλον στην θέση παρέμβασης.

Εκτός όμως από τα έργα στο άμεσο περιβάλλον των ποταμών, επιπτώσεις προκαλούν και άλλα έργα όπως η εκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων μέσω αντλήσεων με στόχο κυρίως την άρδευση. Τα επιφανειακά ύδατα (λίμνες, έλη, ποταμοί)  συνδέονται με τα υπόγεια σε ένα ενιαίο υδρογεωλογικό σύστημα. Η υπερεκμετάλλευση των υπόγειων υδάτων με σκοπό την άρδευση μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των επιφανειακών υδάτων και να φτάσει ακόμη και στην πλήρη αποξήρανση των ποταμών (Llamas et al 1992, Llamas 1992). Συνεπώς η πρώτη προσέγγιση για την εξέταση ζητημάτων που αφορούν τα επιφανειακά ύδατα θα πρέπει να βασίζεται στην εξέταση του υδρολογικού ισοζυγίου της λεκάνης απορροής. Οι μετρήσιμες υδρολογικές παράμετροι είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει την ύπαρξη και διατήρηση ειδικών τύπων υγροτόπων και υγροτοπικών διεργασιών (Hollis 1989)

Στο παρόν κείμενο εξετάζονται αναλυτικότερα οι επιπτώσεις στα ποτάμια οικοσυστήματα από έργα ρύθμισης ροής των υδάτων και προτείνεται ένα γενικό πλαίσιο για την  αντιμετώπισής τους. Τα έργα στο αποστραγγιστικό δίκτυο εξετάζονται στο ίδιο κείμενο διότι τα έργα για την δημιουργία ή την συντήρησή του επηρεάζουν τις ίδιες βασικές παραμέτρους του φυσικού περιβάλλοντος των ρεόντων υδάτων.

Ενδιαιτήματα και πανίδα των ποταμών

Μια βασική αρχή κατά τον σχεδιασμό των έργων είναι η διατήρηση των σπάνιων και απειλούμενων ειδών και η διατήρηση των προστατευόμενων με την εθνική νομοθεσία και τις διεθνείς συμβάσεις περιοχών. Εκτός όμως από την προσαρμογή του σχεδιασμού με βάση την παραπάνω αρχή θα πρέπει τα έργα να υλοποιούνται με μεθόδους που επιτρέπουν την διατήρηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων τμημάτων του ποταμών με χαρακτηριστικά που να προσομοιάζουν στα ενδιαιτήματα και τα φυσικά χαρακτηριστικά των  ποταμών ελεύθερης ροής.

Θα πρέπει συνεπώς να καταγράφονται λεπτομερώς τα ενδιαιτήματα της πανίδας και να διατηρούνται ή να επαναδημιουργούνται, στην περίπτωση καταστροφής τους από τα τεχνικά έργα. Τα χαρακτηριστικά των σημαντικότερων ενδιαιτημάτων σε ένα ποτάμι φυσικής ροής (στην κοίτη του και στο πεδίο κατάκλυσης) δίνονται στην συνέχεια σε μια συνοπτική παρουσίαση:

 

Χαρακτηριστικά ενδιαιτημάτων Ενδιαφέρον για την πανίδα
·       ταπείνωση της κοίτης κατά θέσεις και σχηματισμοί βαθύτερων τμημάτων εντός αυτής (pool) αναπαραγωγή και διαβίωση ασπονδύλων, στην Ελλάδα όπου μειώνεται η παροχή τους θερινούς μήνες αποτελούν καταφύγιο για όλα τα είδη της υδρόβιας πανίδας
·      αποθέσεις σε σωρούς εντός της κοίτης με συνέπεια τον σχηματισμό αβαθών τμημάτων (riffle) διαβίωση ασπονδύλων
·      χαλικώδεις και αμμώδεις αποθέσεις χωρίς βλάστηση φώλιασμα παρυδάτιων
·      νησίδες με ανεπτυγμένη βλάστηση καταφύγια για πτηνά, αμφίβια, ερπετά, βίδρα και φώλιασμα πτηνών λόγω του ότι εξασφαλίζουν προστασία από χερσαίους θηρευτές
·      διαβρωμένες κάθετες χωμάτινες πλαγιές στις όχθες φώλιασμα νεροχελίδονων, χαλκοκουρούνων  και μελισσοφάγων
·      κύρια κοίτη μόνιμα κατακλυζόμενη διαβίωση ιχθύων
·      παλιές ή δευτερεύουσες κοίτες με μικρή ροή που συνδέονται με την κύρια κοίτη διαβίωση αμφιβίων και ασπονδύλων, διατροφή υδροβατικών και εντομοφάγων πτηνών
·      λιμνάζοντα νερά σε σύνδεση με την κύρια κοίτη του ποταμού και κολπίσκοι αναπαραγωγή και διαβίωση αμφιβίων και ασπονδύλων, διατροφή υδροβατικών, παρυδάτιων  και εντομοφάγων πτηνών
·      λιμνάζοντα νερά χωρίς μόνιμη σύνδεση εποχιακά κατακλυζόμενα αναπαραγωγή και διαβίωση αμφιβίων και ασπονδύλων, διατροφή υδροβατικών, παρυδάτιων και εντομοφάγων πτηνών
·      λιμνάζοντα νερά χωρίς μόνιμη σύνδεση σπανίως κατακλυζόμενα διαβίωση αμφιβίων και ασπονδύλων, διατροφή υδροβατικών, παρυδάτιων και εντομοφάγων πτηνών
·      υγρά λιβάδια αναπαραγωγή και διαβίωση αμφιβίων και ασπονδύλων
·      έλη αναπαραγωγή αμφιβίων και ασπονδύλων και διαβίωση όλων των ομάδων της πανίδας διατροφή υδροβατικών και εντομοφάγων πτηνών,
·      ποολίβαδα διαβίωση ασπονδύλων, διατροφή πτηνών συμπεριλαμβανομένων των φυτοφάγων
·      Παρόχθια θαμνώδης και δενδρώδης βλάστηση καταφύγια για τα περισσότερα είδη πανίδας (συμπεριλαμβανομένων και των θηλαστικών όπως η βίδρα, τα μικρά θηλαστικά, τα χειρόπτερα κλπ) και διαβίωση ειδών που ζουν ανεξάρτητα από το νερό όπως αρπακτικά και εντομοφάγα στρουθιόμορφα πτηνά

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι σε διαφορετικά υψόμετρα, διαφορετικές κλίσεις, με διαφορετική υδάτινη παροχή και  ποιότητα νερού αναπτύσσονται διαφορετικοί τύποι βλάστησης και διαφορετικές βιοκοινωνίες. Κατηγοριοποιήσεις των τμημάτων των ποταμών έχουν προταθεί με βάση τις φυτοκοινωνίες, τις κοινότητες των ιχθύων ή αναλογίες των διαφορετικών ομάδων ασπονδύλων αλλά και την σύνθεση της ορνιθοπανίδας.

Όσον αφορά την ορνιθοπανίδα στους ποταμούς των μεσογειακών περιοχών χαρακτηριστικά είδη σε κάθε ζώνη είναι:

  • στην ανώτερη ορεινή και ημιορεινή ζώνη ο πετροκότσυφας, η σταχτοσουσουράδα και ο μαυροπελαργός
  • στην χαμηλότερη ημιορεινή και την πεδινή ζώνη ο ποταμότρυγγας, τα οχθοχελίδονα, ο ποταμοσφυριχτής και η νερόκοτα και
  • στην περιοχή των εκβολών είναι τα χηνόμορφα, τα παρυδάτια και τα υδροβατικά πτηνά

Αναλυτικότερα στοιχεία για τα ενδιαιτήματα και την πανίδα, με έμφαση όμως στα βορειότερα οικοσυστήματα και κυρίως στην Μεγάλη Βρετανία, παρουσιάζονται στο «The new Rivers and Wildlife Handbook» (Waed et al 1994).

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι, στις μεγάλες πεδινές εκτάσεις, όπου έχει καταστραφεί η δασική βλάστηση και έχουν περιοριστεί ή υποβαθμιστεί οι φυτοφράκτες μεταξύ των αγρών, η παρόχθια βλάστηση εκτός από καταφύγιο και χώρο διαβίωσης ή αναπαραγωγής,   σχηματίζει και τους μοναδικούς διαδρόμους (corridors) επικοινωνίας και αποικισμού για πολλά είδη πανίδας. Στις ίδιες εκτάσεις επίσης συγκεντρώνονται και τα αρπακτικά, διότι βρίσκουν θέσεις θέας στην ψηλή δενδρώδη βλάστηση.

Με βασικό στόχο την διατήρηση της ποικιλομορφίας του ποταμού και της βλάστησης θα πρέπει στα πλαίσια αναγνωριστικών μελετών πριν την αρχική λήψη απόφασης υλοποίησης κάποιου έργου και στα πλαίσια των τελικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων να γίνεται μια όσο το δυνατόν πιο λεπτομερής καταγραφή και χαρτογράφηση των ενδιαιτημάτων, που περιγράφονται στον πίνακα, σε κάθε ποταμό. Είναι επίσης αναγκαία η λεπτομερής καταγραφή των ειδών της πανίδας ώστε να καταγραφούν όλα τα είδη των σπονδυλοζώων και των σπερματοφύτων και να δοθούν πληθυσμιακά στοιχεία για τα είδη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον προστασίας (είδη προστατευόμενα, απειλούμενα ή σπάνια). Για την ορνιθοπανίδα είναι αναγκαίες εργασίες πεδίου σε όλες τις εποχές του έτους ώστε να καταγραφούν τα φωλιάζοντα, τα μεταναστευτικά και τα διαχειμάζοντα είδη.

Επιπτώσεις από έργα

Α) Δημιουργία ταμιευτήρων

Η δημιουργία ταμιευτήρων με την κατασκευή φραγμάτων και αναχωμάτων επηρεάζει εκτός από τον ποταμό και την ευρύτερη περιοχή, τόσο στην φάση κατασκευής όσο και στην φάση της λειτουργίας. Λόγω των σοβαρών επιπτώσεων είναι απαραίτητη η εκπόνηση λεπτομερούς Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας και της ενσωματωμένης ελληνικής νομοθεσίας. Η διεθνής τράπεζα επίσης που χρηματοδοτεί πολύ συχνά μεγάλα αναπτυξιακά έργα αυτού του τύπου έχει τελευταία ενσωματώσει στο σύστημα των αποφάσεων της και περιβαλλοντικά κριτήρια που διευρύνουν την παραδοσιακή ανάλυση κόστους – ωφέλειας (Goodland 1990a, Goodland 1990b).

Τα θέματα που σχετίζονται με τα ενδιαιτήματα και την πανίδα των ποτάμιων οικοσυστημάτων αφορούν:

  • την καταστροφή του ποτάμιου οικοσυστήματος στην περιοχή κατάκλυσης.

Στην περιοχή κατάκλυσης καταστρέφονται όλα τα ενδιαιτήματα του ποταμού που αναφέρονται στον πίνακα της εισαγωγής καθώς και η βλάστηση στις πλαγιές της κοιλάδας και δημιουργείται ένα λιμναίο οικοσύστημα. Οι περισσότεροι ποτάμιοι υδρόβιοι οργανισμοί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές (θερμοκρασίας λόγω εμφάνισης θερμοκλινούς, μείωσης του διαλυμένου οξυγόνου κλπ.) και εξαφανίζονται ή περιορίζονται σημαντικά οι πληθυσμοί τους. Τα παρόχθια δάση, οι φωλιές και τα καταφύγια σπάνιων ειδών αρπακτικών, στρουθιομόρφων και του Μαυροπελαργού καταστρέφονται.

  • την μείωση της ποσότητας των υδάτων κατάντη.

Αυτό το ζήτημα αφορά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα φράγματα κατασκευάζονται με στόχο την άρδευση ή την εκτροπή αλλά και απώλειες που οφείλονται στην εξάτμιση. Οι μειώσεις των ποσοτήτων των υδάτων, στην κοίτη και στους βιοτόπους της εκβολής, μπορεί να είναι πολύ σοβαρές ακόμη και όταν δεν γίνεται εκτροπή. Στον ποταμό Έβρο, της Ισπανίας, υπολογίστηκε ότι με τα υπάρχοντα φράγματα υπήρξε μία μείωση των υδάτων κατά 29% εκ των οποίων το 74% οφείλεται στην χρήση τους για άρδευση και το 22 % στην εξάτμιση (Ibanez et al 1996).

Σοβαρές συνέπειες εντοπίζονται στο δέλτα λόγω μείωσης των εισροών γλυκού νερού και διατάραξη της διαβάθμισης της αλατότητας των νερών και των εδαφών και διατάραξη της υδατικής ισορροπίας επιφανειακών και υπόγειων νερών. Η αλατότητα μπορεί να αυξηθεί στα έλη, στις εκτάσεις των καλαμιώνων, τα υγρά λιβάδια, στην κοίτη του ποταμού, όπου το θαλασσινό νερό ανέρχεται κατά τους θερινούς μήνες, και στις λιμνοθάλασσες. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η διαταραχή στην δομή και σύνθεση της βλάστησης, στην ποικιλία των ενδιαιτημάτων και στην παρουσία ειδών που ζουν ή τρέφονται σε περιβάλλοντα με χαμηλότερη αλατότητα όπως τα αμφίβια, τα νερόφιδα, οι νεροχελώνες, η βίδρα, τα φυτοφάγα πτηνά όπως οι φαλαρίδες, και οι πάπιες και τα στρουθιόμορφα και τα υδροβατικά όπως μικροτσικνιάς, ο πορφυροτσικνιάς και οι χαλοκόκοτες που ζουν στους καλαμιώνες και τα έλη γλυκού νερού.

  • την εποχιακή διακύμανση των υδάτων κατάντη.

Η εποχιακή διακύμανση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των υδροηλεκτρικών φραγμάτων όπου οι μεταβολές στις ποσότητες που απελευθερώνονται είναι έντονες λόγω της ασυνέχειας στην λειτουργία τους, μπορεί να οδηγήσει σε διαβρώσεις, σε καταστροφή ενδιαιτημάτων και μπορεί να παρασύρει τα μικρότερα είδη πανίδας (ασπόνδυλα, αυγά αμφιβίων και ψαριών, γυρίνοι, ιχθίδια κλπ). Η μεταβολή στα χαρακτηριστικά της κατάκλυσης (εποχή κατάκλυσης, βάθος, διάρκεια και περιοδικότητα) επηρεάζει δραματικά τόσο τα υδάτινα περιβάλλοντα με ρηχά νερά (υγρά λιβάδια, έλη, δευτερεύουσες κοίτες με βραδέως κινούμενα νερά κλπ) όσο και την δασική παραποτάμια βλάστηση (Ε648). Οι έντονες μεταβολές στην κατάκλυση κατά την βλαστητική περίοδο, η οποία είναι η πιο κρίσιμη στον βιολογικό κύκλο των φυτών και των ζώων, μπορεί να οδηγήσουν σε εξαφάνιση των τύπων βλάστησης και των ειδών.

Η κατασκευή μικρότερων αναρρυθμιστικών φραγμάτων, που να αμβλύνουν τις αιχμές των παροχών των ΥΗΣ και  διασφαλίζουν την ομαλή συνεχή ροή κατάντη, είναι αναγκαία προϋπόθεση για τα σχεδιαζόμενα έργα αλλά και για τις περιπτώσεις των φραγμάτων που έχουν κατασκευαστεί ή λειτουργούν ήδη.  Αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει βέβαια προτροπή για επέκταση φραγμάτων εις βάρος του ποτάμιου οικοσυστήματος.

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που πρέπει να αντιμετωπιστεί εξ αρχής είναι ο καθορισμός της Ελάχιστης Απαιτούμενης Περιβαλλοντικά Ροής (Manteiga and Jiliberto 1995) κατάντη, καθ’ όλη την διάρκεια του 24ωρου, σε όλες τις εποχές. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου πρέπει να ελέγχεται αυστηρά τόσο κατά την φάση της κατασκευής όσο και κατά την φάση της λειτουργίας του έργου.

  • την ποιότητα των υδάτων κατάντη.

Πολλές φυσικοχημικές παράμετροι αλλάζουν στα νερά που απελευθερώνονται όπως:

  • η συγκέντρωση του διαλελυμένου οξυγόνου στο νερό, η οποία είναι μειωμένη
  • η θερμοκρασία των υδάτων που απελευθερώνονται, η οποία είναι αυξημένη λόγω της δημιουργίας θερμικής στρωμάτωσης στον ταμιευτήρα
  • η θολερότητα και η ποσότητα των φερτών (αύξηση στην φάση της κατασκευής – μείωση κατά την φάση της λειτουργίας)
  • τα διαλυμένα άλατα, τα οποία κατακρατούνται στον ταμιευτήρα

Αυτές οι αλλαγές δημιουργούν προβλήματα στους οργανισμούς που ζουν αμέσως κατάντη του φράγματος.

Εμφανίζονται επίσης πολύπλοκες γεωχημικές αλλαγές στις εκβολές ποταμών λόγω της αλλαγής του όγκου της ροής, μείωσης των πλημμυρικών φαινομένων και ελάττωσης της ποσότητας αδρανούς ύλης που μπορούν να προκαλέσουν αύξηση των διαλυτών μετάλλων, δημιουργώντας δευτερογενείς ρυπάνσεις. Στον Αχελώο ενδεχομένως να οδηγήσουν σε ρύπανση από μέταλλα όπως ο μόλυβδος και ο ψευδάργυρος (Σκούλλος 1993).

  • την ποσότητα των φερτών υλών κατάντη.

Τα φράγματα παγιδεύουν μεγάλες ποσότητες αιωρούμενης ύλης και φερτών υλών ελαχιστοποιώντας τις τιμές ιζηματογένεσης  στα δέλτα. Υπολογίστηκε ότι στον ποταμό Έβρο στην Ισπανία η μείωση των φερτών ξεπέρασε το 99 % (Ibanez et al 1996).

Σε ορισμένες περιπτώσεις η διάβρωση ξεπερνά την ιζηματογένεση και μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια γης, καταστροφή κατοικιών και έμμεση υφαλμύρωση (Hollis 1994). Στην Ελλάδα το φαινόμενο αυτό έχει εμφανιστεί στον ποταμό Νέστο (Ψιλοβίκος 1990) αλλά και στο δέλτα του Αχελώου όπως αποδεικνύει η εξέταση αεροφωτογραφιών των τελευταίων 50 χρόνων (Βασιλάκης Κ. & Μπούσμπουρας Δ. 1991a). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρατηρείται καταστροφή των λουρονησίδων των λιμνοθαλασσών και οπισθοχώρηση της ακτογραμμής.

  • την διάσπαση της συνέχειας του ποτάμιου οικοσυστήματος.

Συχνά η κατασκευή επάλληλων φραγμάτων οδηγεί στην πλήρη αλλοίωση του ποτάμιου οικοσυστήματος και την αντικατάστασή του από μια σειρά ταμιευτήρων.

  • τις δυνατότητες μετακίνησης της ιχθυοπανίδας.
  • τις δυνατότητες μετακίνησης της χερσαίας πανίδας εκατέρωθεν.

Προβλήματα εμφανίζονται ιδιαίτερα στα μεγάλα θηλαστικά. Στον Νέστο πχ το επίμηκες φράγμα του θησαυρού θα προκαλέσει οριστική αποκοπή ενός μεγάλου τμήματος των βιοτόπων της αρκούδας σύμφωνα με το Γενικό Σχέδιο Δράσης για την διατήρηση της αρκούδας και των βιοτόπων της στην Ελλάδα – Πρόγραμμα Άρκτος.

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται, από μελετητές στην Ελλάδα, υπέρ της κατασκευής φραγμάτων είναι η δημιουργία υγροτόπων. Δυστυχώς όμως η έντονη αυξομείωση της στάθμης, λόγω της χρήσης των υδάτων για την παραγωγή ενέργειας ή για άρδευση, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη βλάστησης και ενδιαιτημάτων με ρηχά νερά. Ιδιαίτερα σε επιμήκεις και συνήθως μεγάλου βάθους ταμιευτήρες, που δημιουργούνται σε τμήματα των ποταμών που διέρχονται από χαράδρες ή παρόμοιους σχηματισμούς, η διακύμανση της στάθμης είναι πολύ έντονη.

Παραδείγματα εξαιρέσεων από τα παραπάνω είναι η λίμνη του Άγρα και η Λίμνη Κερκίνη, οι οποίες περιλαμβάνονται στις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία 1994). Η λίμνη Κερκίνη συμπεριλαμβάνεται επίσης στις περιοχές που προστατεύονται με βάση την διεθνή σύμβαση Ramsar. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε κατά πόσο τα αρχικά τεχνικά έργα βελτίωσαν ή υποβάθμισαν τα ενδιαιτήματα και την αξία των περιοχών για την άγρια ζωή, δεδομένου ότι στην περιοχή κατάκλυσης προϋπήρχαν υγρότοποι άλλης μορφής, κυρίως εκτεταμένα έλη και ρηχές λίμνες. Στην περίπτωση της λίμνης Κερκίνη μάλιστα η κατασκευή του ταμιευτήρα συνδυάστηκε με την αποξήρανση εκτεταμένων ελών στην ευρύτερη περιοχή κατάκλυσης του Στρυμόνα και την απόδοσή τους στην καλλιέργεια. Στην Κερκίνη επίσης η ύψωση της στάθμης το 1982, με την κατασκευή νέου φράγματος και η εντονότερη διακύμανση της στάθμης (άνω των 5 m) οδηγούν σε συρρίκνωση του παρόχθιου δάσους και των ρηχών εκτάσεων. Αυτό είχε αρνητικό αποτέλεσμα σε σημαντικούς τύπους ενδιαιτημάτων και σε σπάνια είδη πανίδας, διότι καταστράφηκαν ή περιορίστηκαν οι θέσεις αναπαραγωγής, φωλεοποίησης ή διατροφής τους (Pyrovetsi & Papastergiadou 1992, Grivelli et al 1995 a, Grivelli et al 1995b).

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, και ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές, αν και υπάρχουν κάποια στοιχεία ανάκαμψης του φυσικού περιβάλλοντος, το συνολικό αποτέλεσμα είναι αρνητικό. Οι εκτάσεις με υγροτοπικά χαρακτηριστικά έχουν μικρή έκταση και εντοπίζονται κυρίως στον δελταϊκό σχηματισμό που δημιουργείται στην είσοδο του ποταμού στον ταμιευτήρα από τις φερτές ύλες. Η παρουσία πτηνών που συνδέονται με λιμναία περιβάλλοντα είναι περιστασιακή ή αφορά τα πιο κοινά είδη. Μόνο σε ορισμένους ταμιευτήρες που βρίσκονται κοντά σε άλλους μεγάλους υγροτόπους και σε διαδρόμους μετανάστευσης παρατηρείται η παρουσία μεγάλου αριθμού παπιών που ξεχειμωνιάζουν. Στην Ελλάδα τέτοιες περιπτώσεις εμφανίζονται σύμφωνα με τα στοιχεία από τις Μεσοχειμωνιάτικες Μετρήσεις Υδροβίων που πραγματοποιεί η ΕΟΕ στους ταμιευτήρες Στράτου και Πολυφύτου που βρίσκονται κοντά σε δύο από τους μεγαλύτερους ελληνικούς υγροτόπους.

Αντίθετα με τους μεγάλους ταμιευτήρες στους ποταμούς συνεχούς ροής, η δημιουργία μικρών ταμιευτήρων σε χειμάρρους, ή λιμνοδεξαμενών που παρακρατούν νερά απορροής, έχει θετικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε άνυδρες περιοχές, διότι διατηρούν νερό και κατά την βλαστητική περίοδο. Και σ’ αυτήν την περίπτωση η διατήρηση σχετικά σταθερής στάθμης και η ύπαρξη ρηχών νερών είναι απαραίτητα για την δημιουργία υγροτοπικών ενδιαιτημάτων και για την επιβίωση και αναπαραγωγή της άγριας πανίδας. Ιδιαίτερα ωφελούνται τα υδρόβια ασπόνδυλα και τα αμφίβια, αλλά και τα πτηνά και τα θηλαστικά που αναζητούν νερό σε περιόδους ξηρασίας. Ένα άλλο θετικό αποτέλεσμα, από την κατασκευή ταμιευτήρων αυτού του τύπου, είναι η ανάσχεση των πλημμυρικών παροχών που μπορούν να προκαλέσουν καταστροφές σε πεδινές περιοχές κατάντη.

Β) Εκτροπές

Οι εκτροπές συνδυάζονται με την κατασκευή ταμιευτήρα που συλλέγει νερό πάνω στον κύριο ρου του ποταμού. Από αυτόν τον ταμιευτήρα ξεκινάει η σήραγγα εκτροπής.

Εκτός από τα βασικά περιβαλλοντικά προβλήματα, που προκύπτουν από την κατασκευή του ταμιευτήρα, στην περίπτωση της εκτροπής επιπτώσεις εντοπίζονται:

  • κατάντη σε όλο το μήκος του ποταμού λόγω της έντονης μείωσης των ποσοτήτων των υδάτων που μεταφέρονται σε άλλο υδατικό διαμέρισμα και των φερτών που παρακρατούνται στα φράγματα. Η μείωση της ποσότητας των υδάτων μπορεί να περιορίσει τις κατάλληλες εκτάσεις στην κοίτη για την διατροφή πουλιών όπως ο μαυροπελαργός (Ciconia nigra) οι ερωδιοί, η αλκυόνη κλπ.
  • στην εκβολή των ποταμών και στα δέλτα ή τις λιμνοθάλασσες που σχηματίζονται εντοπίζονται έντονα προβλήματα, λόγω μεγάλης μείωσης του γλυκού νερού και αντίστοιχης αύξησης της αλατότητας καθώς και της μείωσης των φερτών υλών (αυτά τα προβλήματα έχουν ήδη περιγραφεί συνοπτικά στο κεφάλαιο για τους ταμιευτήρες). Τα ζητήματα αυτά έχουν παρουσιαστεί, από την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, για τις περιπτώσεις των σχεδιαζόμενων εκτροπών του Αχελώου (Βασιλάκης Κ. & Μπούσμπουρας Δ. 1991a, Οικονομίδου & Βασιλάκης 1993) και του Εύηνου (Βασιλάκης Κ. & Μπούσμπουρας Δ. 1991b) στο σύμπλεγμα των υγροτόπων του Μεσολογγίου.
  • στις λίμνες και στα έλη στην περίπτωση που ο ποταμός εκβάλει σε εσωτερικούς υγροτόπους. Παράδειγμα αποτελεί η εκτροπή του χειμάρρου του Αγ. Γερμανού από την Μεγάλη στην Μικρή Πρέσπα. Η ταπείνωση της στάθμης των υδάτων δρα αθροιστικά στην μείωση λόγω της άρδευσης με αποτέλεσμα να οι νησίδες όπου φωλιάζουν οι πελεκάνοι να γίνονται προσβάσιμες από την ξηρά και να απειλούνται οι νεοσσοί και οι ώριμοι πελεκάνοι από θηρευτές ή να αναγκάζονται να αναζητούν άλλες θέσεις φωλιάσματος (Hatzilacou 1993). Υπάρχουν επίσης σοβαρές επιπτώσεις στους πληθυσμούς των ψαριών και αμφιβίων, με τα οποία τρέφονται τα υδρόβια πουλιά. Τα είδη αυτά αναπαράγονται στα υγρά λιβάδια, τα οποία όμως λόγω της ταπείνωσης της στάθμης των υδάτων αποξηραίνονται πολύ νωρίς πριν την ολοκλήρωση της αναπαραγωγής ή της μεταμόρφωσης τους (Bousbouras & Ioannidis 1997).
  • στην λεκάνη απορροής ή το υδατικό διαμέρισμα που δέχεται την εκτρεπόμενη ποσότητα των υδάτων, στην περίπτωση που η εκτροπή γίνεται με σκοπό την άρδευση. Η βασική αλλαγή που συντελείται είναι η μετατροπή λιβαδικών εκτάσεων και ξηρικών καλλιεργειών σε αρδευόμενες και εντατικά καλλιεργούμενες εκτάσεις. Αυτή η αλλαγή θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στα είδη πουλιών καθώς και άλλων ειδών πανίδας και χλωρίδας που ζουν σ’ αυτές τις εκτάσεις. Στην Ισπανία τα είδη Ωτίδα (Otis tarda) και Κοκκινοπέρδικα (Alectoris rufa) έχουν εξαφανιστεί από τα κατάλληλα ενδιαιτήματά τους λόγω μετατροπών αυτού του τύπου (Barajas 1993). Στην θεσσαλική πεδιάδα η μετατροπή λιβαδικών εκτάσεων σε αρδευόμενες καλλιέργειες και η αύξηση των καλλιεργειών με μεγάλες απαιτήσεις σε νερό περιορίζουν τους χώρους διατροφής του παγκοσμίως απειλούμενου κιρκινεζιού (Falco naumanni) (Hallmann et al  1995).
  • στον ποταμό που είναι αποδέκτης των υδάτων, στην περίπτώση που η εκτροπή γίνεται με σκοπό την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Γ) Αμμοληψίες – Χαλικοληψίες

Τα έργα αυτά εξετάζονται σε διαφορετικό κείμενο, στον ίδιο τόμο.

Δ) Ρύπανση

Οι οργανικές ουσίες που περιέχονται στα αστικά λύματα, στα λύματα κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων, ελαιοτριβείων κλπ διασπώνται ταχύτερα στους ποταμούς από οποιονδήποτε άλλον υδάτινο αποδέκτη λόγω της αυξημένης περιεκτικότητας των ρεόντων υδάτων σε οξυγόνο. Σε μια απόσταση όμως από το σημείο απόρριψης είναι πιθανόν να δημιουργηθούν ανοξικές συνθήκες ή συνθήκες όπου δεν μπορούν να επιβιώσουν είδη ασπονδύλων, αμφιβίων και ιχθύων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μεταξύ των άλλων τον περιορισμό των πληθυσμών ειδών πτηνών που τρέφονται με τα παραπάνω είδη.

Αντιθέτως, τα χημικά απόβλητα τα οποία δεν βιοδιασπώνται, παραμένουν και ρυπαίνουν σε μεγάλη απόσταση κατάντη του σημείου απόρριψης. Το φαινόμενο της βιοσυσσώρευσης μέσω των τροφικών αλυσίδων, που διαπιστώνεται στις οργανοχλωρικές και άλλες ενώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση των βιοκοινωνιών. Τα πρώτα είδη που θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα στα ποτάμια οικοσυστήματα είναι οι ανώτεροι καταναλωτές και κυρίως τα ψαροφάγα και άλλα σαρκοφάγα είδη πτηνών και από τα θηλαστικά η βίδρα

Για τους παραπάνω λόγους τα προβλήματα ρύπανσης πρέπει να αντιμετωπίζονται στην πηγή τους με βιολογικό ή χημικό καθαρισμό, ανακύκλωση και υγειονομική ταφή.

Η μη σημειακή ρύπανση από τα λιπάσματα και τα γεωργικά φράγματα τα οποία καταλήγουν με επιφανειακές αποπλύσεις ή μέσω υπόγειων υδάτων στις αποστραγγιστικές τάφρους και τα ποτάμια είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Τα θρεπτικά στοιχεία σε μεγάλες συγκεντρώσεις προκαλούν ευτροφισμό. Το φαινόμενο αυτό απειλεί κυρίως την περιοχή των εκβολών και των τελικό αποδέκτη (λίμνη, θάλασσα ή υγροτόπους εκβολών).

Ε) Αντιπλημμυρικά έργα

Τα αντιπλημμυρικά έργα περιλαμβάνουν χωματουργικές εργασίες:

  • εκβάθυνσης και διαπλάτυνσης της χαμηλής κοίτης
  • κατασκευής αναχωμάτων και ενίσχυσης (διαπλάτυνση και υπερύψωση) υφισταμένων
  • ευθυγράμμιση της κοίτης και ισοπέδωση των μαιανδρισμών
  • δημιουργία παρατάφρων στην εξωτερική πλευρά των αναχωμάτων καθώς και
  • ορισμένα δευτερεύοντα σημειακά τεχνικά έργα όπως είναι οι γεφυρώσεις.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση των περιοχών κατάκλυσης και η καταστροφή ενδιαιτημάτων με μόνιμη ή περιστασιακή παρουσία υδάτων. Όλες οι υδάτινες μάζες που έχουν μικρή σύνδεση με την κύρια κοίτη, αλλά εξαρτώνται από αυτήν, αποξηραίνονται ταχύτερα. Έτσι περιορίζεται μη αντιστρεπτά η επικοινωνία του ποταμού με τα διπλανά, στην κύρια κοίτη, ενδιαιτήματα. Τα έλη, τα υγρά λιβάδια, οι παλιές και δευτερεύουσες κοίτες αποξηραίνονται.

Μια άλλη διάσταση είναι η ανατροπή των υδρολογικών λειτουργιών των περιοχών κατάκλυσης. Με την κατακράτηση των υδάτων μόνο εντός της κύριας κοίτης καταστρέφεται η λειτουργία κατακράτησης των καταστροφικών πλημμυρικών παροχών στις παραπάνω περιοχές φυσικών πλημμύρων. Με την ανατροπή της φυσικής αυτορύθμισης του συστήματος η ανάγκη τεχνολογικών υδραυλικών επεμβάσεων επιτείνεται.

Στην συνέχεια αναλύονται οι επιπτώσεις για κάθε επιμέρους παρέμβαση με τις χωματουργικές επεμβάσεις.

  • Εκβάθυνση – Διαπλάτυνση στην χαμηλή κοίτη

Λόγω της διαπλάτυνσης της χαμηλής κοίτης, εκατέρωθεν συνήθως, και σε μεγάλο πλάτος, γίνεται καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης και κατά συνέπεια των θέσεων φωλεοποίησης και καταφυγίου των πτηνών και των θηλαστικών. Περιορίζεται επίσης η λειτουργία της παρόχθιας βλάστησης ως διαδρόμου επικοινωνίας και αποικισμού.

Με τα χωματουργικά έργα περιορίζεται η ποικιλομορφία στην κοίτη και καταστρέφονται τα ενδιαιτήματα πολλών ζωικών ομάδων. Με τις εργασίες εκβάθυνσης και ισοπέδωσης της κοίτης περιορίζονται ή καταστρέφονται ολοσχερώς η αλληλουχία αβαθών και βαθέων τμημάτων, οι νησίδες που δημιουργούνται με αποθέσεις φερτών κατά τόπους, τα λιμνάζοντα ύδατα με περιστασιακή ή μόνιμη σύνδεση με την κύρια κοίτη, τα έλη κλπ. Οι σχηματισμοί αυτοί αποτελούν τα βασικότερα χαρακτηριστικά των ενδιαιτημάτων των ασπονδύλων, των ιχθύων, των αμφίβιων, των νερόφιδων και των νεροχελώνων. Επί πλέον σε πολλές περιπτώσεις, στις πεδινές εκτάσεις, οι λίγοι νερόλακκοι που δημιουργούνται στην κοίτη καταστρέφονται νωρίς, πριν την ολοκλήρωση της αναπαραγωγής των αμφιβίων και την τελική μεταμόρφωση των ασπονδύλων, λόγω της άρδευσης. Η καταστροφή τους έχει σαν συνέπεια την μείωση των πληθυσμών των παραπάνω ειδών κατακόρυφα. Αυτό έχει αρνητικές συνέπειες και στους ανώτερους καταναλωτές και κυρίως στα υδροβατικά πουλιά και τα παρυδάτια τα οποία τρέφονται σε αυτούς τους χώρους.

Τα ποτάμια είναι βέβαια δυναμικά συστήματα των οποίων τροποποιείται συνεχώς η δομή. Ο εγκιβωτισμός της κοίτης όμως δεν επιτρέπει την επαναδημιουργία όλων των ενδιαιτημάτων. Μετά την πάροδο δεκαετιών η παρόχθια βλάστηση, εντός των αναχωμάτων, ανακάμπτει αλλά οι δευτερεύοντες κλάδοι του ποταμού, οι νησίδες και οι θέσεις με λιμνάζοντα νερά απουσιάζουν. Έτσι η οικολογική αξία της κύριας κοίτης και των παρακείμενων ενδιαιτημάτων θα παραμένει μικρότερη από την αξία που είχε το σύστημα του ποταμού προ των έργων.

2)Κατασκευή νέων αναχωμάτων και ενίσχυση υφισταμένων

Ο εγκιβωτισμός της κοίτης καταστρέφει τους περισσότερους τύπους ενδιαιτημάτων που περιγράφηκαν στην εισαγωγή. Στο αρχικό πεδίο κατάκλυσης, όπου ο ποταμός έχει ελεύθερη ροή, οι υδάτινες εκτάσεις περιορίζονται και αποξηραίνονται και η περιοδική κατάκλυση εντοπίζεται μόνο στην υψηλή κοίτη (ή μπαγκίνα) μεταξύ των αναχωμάτων. Οι εκτάσεις με λιμνάζοντα νερά με ή χωρίς σύνδεση με την κύρια κοίτη και οι δευτερεύουσες κοίτες μετατρέπονται σε εποχιακές λιμνούλες ή έλη. Ο συνδυασμός όμως των αντιπλημμυρικών έργων με αποστραγγιστικά, με στόχο την απόδοση στην γεωργία των πρώην κατακλυζομένων  γαιών, αποστραγγίζει ακόμη και αυτά τα ενδιαιτήματα που δημιουργούνται δευτερογενώς.

Στα έργα ενίσχυσης (διαπλάτυνσης και υπερύψωσης) υφισταμένων αναχωμάτων είναι πιθανόν να περιοριστεί σε μεγάλο ποσοστό η υψηλή κοίτη σε ορισμένες θέσεις όπου αναπτύσσεται η δενδρώδης και θαμνώδης βλάστηση ή υπάρχουν ποολίβαδα. Οι συνέπειες της καταστροφής της παρόχθιας βλάστησης έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω.

3) Ευθυγράμμιση της κοίτης και ισοπέδωση των μαιανδρισμών

Οι μαίανδροι είναι βασικό χαρακτηριστικό των ποταμών με ενδιαφέρουσα ανάπτυξη βλάστησης και την μεγαλύτερη ποικιλομορφία στην κοίτη. Η καταστροφή της ποικιλομορφίας με την ευθυγράμμιση και τον εγκιβωτισμό της κοίτης θα είναι μη αντιστρεπτή. Οι συνέπειες για την πανίδα είναι ανάλογες με αυτές των έργων εκβάθυνσης και διαπλάτυνσης της κοίτης. Την τελευταία δεκαετία έχει συνειδητοποιηθεί η αξία τους και σε ορισμένες χώρες τις βόρειας  Ευρώπης πραγματοποιούνται προγράμματα αποκατάστασής τους (Nielsen 1995).

4) Δημιουργία παρατάφρων

Πρόκειται για τεχνικές κατασκευές με σκοπό την συγκέντρωση των υδάτων από τις εκτάσεις στην εξωτερική πλευρά των αναχωμάτων ώστε να αποφεύγεται ο πλημμυρισμός τους. Συνήθως συνδέονται με το αποστραγγιστικό δίκτυο. Στις παράταφρους αναπτύσσονται καλαμώνες και σε ορισμένες περιπτώσεις Ιτιές και άλλη δενδρώδης βλάστηση και αποικίζονται από την υδρόβια πανίδα. Όπως το αποστραγγιστικό δίκτυο πρέπει να καθαρίζονται περιοδικά από προσχώσεις και βλάστηση για να διατηρείται η παροχετευτική ικανότητά τους. Όπως και στην περίπτωση του αποστραγγιστικού δικτύου πρέπει όμως οπωσδήποτε να προσεχθεί το θέμα του χρονισμού, της έκτασης και της φύσης των έργων καθαρισμού ώστε να διασφαλίζεται η επιβίωση της πανίδας και ο επαναποικισμός.

Έργα στο αποστραγγιστικό δίκτυο

Τα αποστραγγιστικά έργα έχουν αλλάξει μεγάλες εκτάσεις παγκοσμίως αλλά και στην χώρα μας. Για το φυσικό περιβάλλον οι στραγγίσεις των ρηχών λιμνών, των ελών και των περιοδικά κατακλυζομένων εδαφών αποδείχτηκαν καταστροφικές. Σημαντικά ενδιαιτήματα καταστράφηκαν ή περιορίστηκαν και είδη πανίδας εξαφανίστηκαν από πολλές περιοχές ή συρρικνώθηκαν οι πληθυσμοί τους. Υπολογίστηκε ότι, μόνο στην Μακεδονία, οκτώ(8) εσωτερικές ηπειρωτικές λίμνες αποξηράνθηκαν εντελώς ενώ η συνολική απώλεια έκτασης λιμνών έφτασε τα 221 Km2 και των ελωδών εκτάσεων τα 930 Km2 από 986 Km2 που ήταν πριν το 1930. Σε διάστημα περίπου 60 ετών τα 3/4 των υγροτόπων της Μακεδονίας καταστράφηκαν (Ψιλοβίκος 1990). Παρόμοια είναι η κατάσταση και στην νότια Ελλάδα με κυριότερες καταστροφές τις αποξηράνσεις των λιμνών Κάρλας, Κωπαΐδας και Αγουλινίτσας.

Σήμερα στις πεδινές περιοχές όπου το περιβάλλον έχει μετασχηματιστεί δραστικά με την εντατικοποίηση της γεωργίας,  το αποστραγγιστικό δίκτυο, οι φυτοφράκτες και οι λιβαδικές εκτάσεις αποτελούν τα σημαντικότερα καταφύγια για την άγρια ζωή.

Στις αποστραγγιστικές τάφρους αναπτύσσεται βλάστηση των ελών ενώ στα πρανή και τα αναχώματα αναπτύσσεται βλάστηση παρόμοια με την παρόχθια βλάστηση των ποταμών με αποτέλεσμα να μπορεί να ζήσει μια μεγάλη ποικιλία από ασπόνδυλα, ψάρια, αμφίβια, ερπετά, θηλαστικά και πτηνά. Αντίθετα στις υπενδεδυμένες με τσιμέντο αρδευτικές τάφρους με την ταχύτερη ροή αναπτύσσεται ελάχιστη βλάστηση και ζουν λιγότερα είδη ζώων.

Τα κοινότερα είδη πουλιών στις τάφρους είναι οι νερόκοτες και οι ποταμίδες (Acrocephalus spp), απαντούν όμως επίσης αλκυόνες, ερωδιοί και άλλα είδη που ζουν στα γλυκά νερά και τα έλη. Η παρουσία των ειδών εξαρτάται από το μέγεθος της τάφρου, την ποιότητα του νερού (που επιβαρύνεται με γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα), την πυκνότητα και το είδος της βλάστησης που έχει αναπτυχθεί αλλά και τον βαθμό όχλησης.

Τα έργα που επηρεάζουν τις  συνθήκες που έχουν αποκατασταθεί σε κάποιον βιότοπο είναι κυρίως ο περιοδικός καθαρισμός των χωμάτων και της νεκρής φυτικής ύλης. Συνήθως η επαναφορά είναι μικρότερη των 10 χρόνων και γίνεται με μηχανικά μέσα. Ευτυχώς η χημική καταστροφή της βλάστησης έχει αποδειχθεί ως αναποτελεσματική και αποφεύγεται διότι οι γεωργοί αντλούν από τα νερά των τάφρων για να ποτίσουν τα χωράφια τους. Οι επιπτώσεις από τους καθαρισμούς είναι παρόμοιες με αυτές που περιγράφονται για τα έργα εκβαθύνσεων και διαπλάτυνσης στην κοίτη των ποταμών.

Αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην πανίδα και ορθολογικός σχεδιασμός των θεμάτων διαχείρισης υδάτων.

Μερικές βασικές αρχές για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων όπως έχουν ήδη διατυπωθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής από την δεκαετία του ´70 (Darnell 1978) και σήμερα εξειδικεύονται και στην Ευρώπη είναι οι εξής:

Α) Αποφυγή των μη αναγκαίων κατασκευών και ορθολογικός σχεδιασμός των έργων

Πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά με προσοχή η αναγκαιότητα των επί μέρους έργων σε όλα  τα τεχνικά έργα στα πλαίσια ενός γενικού σχεδίου. Σήμερα δυστυχώς διαφορετικές υπηρεσίες, κρατικές ή της τοπικής αυτοδιοίκησης, και ΔΕΚΟ (πχ ΔΕΗ) πραγματοποιούν διαφορετικούς σχεδιασμούς.

Ιδιαίτερα όμως για την διαχείριση των υδάτων είναι αναγκαία μια συνολική Μελέτη Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (Strategic Environmental Assessment) μαζί με ένα Γενικό Υδρολογικό Σχέδιο σε εθνικό επίπεδο (Manteiga & Jiliberto 1995). Για κάθε υδατικό διαμέρισμα και για κάθε ποταμό ή μάλλον για την λεκάνη απορροής του θα πρέπει να υπάρχουν επίσης αντίστοιχες Μελέτες Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης πριν από τις Τεχνικοοικονομικές Μελέτες και τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων  για κάθε επί μέρους έργο.

Πρόσφατα ενδεικτικά παραδείγματα παραλήψεων και ελλιπούς διερεύνησης, στην Ελλάδα, υπήρξαν:

  • στην περίπτωση των έργων εκτροπής του Αχελώου, όπου το κάθε έργο μελετήθηκε χωριστά και μόνο με την παρέμβαση ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου κρίθηκε αναγκαία η εκπόνηση συνολικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
  • στην περίπτωση των αντιπλημμυρικών έργων στην πεδιάδα της Καρδίτσας, όπου οι μελέτες βελτίωσης των υπαρχόντων αντιπλημμυρικών έργων δεν έλαβαν υπόψη την δυνατότητα αντιμετώπισης των πλημμυρικών παροχών στην ορεινή και ημιορεινή ζώνη με μικρά υδρονομικά έργα και αναδασώσεις, την στιγμή που, η σημασία τους για την αντιμετώπιση καταστροφών, έχει γίνει κοινός τόπος.

Τα προβλήματα ορθολογικού σχεδιασμού είναι ακόμη εντονότερα στην περίπτωση διασυνοριακών ποταμών. Η κατακράτηση και η ρύπανση υδάτων από την χώρα που βρίσκεται ανάντη μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στα λειτουργούντα υδροηλεκτρικά εργοστάσια, στις αρδεύσεις αλλά και στους βιοτόπους (Καρακατσούλης 1996, Διαμαντής 1996).    

Β) Αποφυγή διατάραξης των περιοχών με υψηλή περιβαλλοντική αξία

Για έργα που έχουν αποφασιστεί ως απολύτως αναγκαία για το κοινό καλό ή έχουν χαρακτηριστεί ως εθνικής σημασίας πρέπει να προσδιορίζεται εναλλακτικές λύσεις ώστε να αποφεύγεται η διατάραξη περιοχών με ιδιαίτερη αξία  για το φυσικό και  πολιτιστικό περιβάλλον.

Οι βασικότερες περιοχές με υψηλή περιβαλλοντική αξία στην Ελλάδα είναι οι Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΠΕ) και οι περιοχές στο δίκτυο «Φύση 2000». Σε αυτές περιλαμβάνονται όλες οι προστατευόμενες μέχρι στιγμής από την νομοθεσία περιοχές. Εκτός όμως από τις καταγραμμένες περιοχές, θα πρέπει, σε κάθε μελέτη να γίνεται μια επισκόπηση της περιοχής διότι όλες οι παραπάνω καταγραφές είναι σχετικά πρόσφατες και  αφορούν περιοχές ενδιαφέροντος σε  ευρωπαϊκό επίπεδο. Δυστυχώς δεν έχει υπάρξει ακόμη δημόσια καταγραφή των περιοχών με ενδιαφέρον σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο (πχ περιοχές που λίγο απέχουν από τα κριτήρια για ένταξη στις ΣΠΠΕ).

Θα πρέπει επίσης να εξετάζονται οι κατάλογοι των καταγεγραμμένων υγροτόπων (Δωρικός, ΕΚΒΥ , κλπ) και ο κατάλογος των φυσικών μνημείων που περιλαμβάνει περιοχές με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, ενδιαφέροντες φυσικούς σχηματισμούς και άλλα ενδιαφέροντα φυσικά μνημεία. Στην Ελλάδα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερο ενδιαφέρον επίσης στα ιστορικά μνημεία και τους τόπους αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Η διάρκεια των ΜΠΕ έχει επίσης πολύ μεγάλη σημασία. Σε περιοχές με λίγα ή καθόλου στοιχεία για την ορνιθοπανίδα είναι αναγκαία η διενέργεια καταγραφών στην διάρκεια ενός χρόνου ώστε να καλυφθούν όλες οι εποχές.

Γ) Εφαρμογή των τεχνολογιών με το λιγότερο κόστος για το περιβάλλον

Στην φάση σχεδιασμού, στα περισσότερα έργα, το περιβαλλοντικό «κόστος» υποτιμάται σε σχέση με το οικονομικό. Στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα να αναζητούνται τεχνολογίες και τρόποι κατασκευής που θα διασφαλίζουν την διατήρηση στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος.

Δ) Εφαρμογή νέων τεχνολογιών για περιορισμό των επιπτώσεων

Πρέπει να εφαρμοστούν κατά περίπτωση τεχνικές για τον περιορισμό των επιπτώσεων από την κατασκευή των έργων.

Στα φράγματα πρέπει να δοθεί προσοχή στην ανάπτυξη τεχνικών που επιτρέπουν:

  • την διατήρηση σταθερής Ελάχιστης Απαιτούμενης Περιβαλλοντικά Ροής, καθ’ όλη την διάρκεια του 24ωρου και όλες τις εποχές
  • την μεταφορά φερτών κατάντη, με ανάπτυξη ειδικών τεχνικών στα φράγματα (Hollis 1994)
  • την μετακίνηση της πανίδας, πχ διαμόρφωση υδάτινων κλιμάκων για την μετακίνηση των ιχθύων

Τεχνικές επίσης μπορούν να αναπτυχθούν στην κοίτη ή στην ζώνη πλημμυρών των ποταμών για την διατήρηση ενδιαιτημάτων της άγριας πανίδας (πχ. διατήρηση ελών και λιμναζόντων υδάτων και των άλλων σημαντικών ποτάμιων ενδιαιτημάτων).

Στην περίπτωση χρήσης των ποταμών ως τελικών αποδεκτών των αποβλήτων θα πρέπει να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη επεξεργασία με την παροχέτευσή τους σε τάφρους ή τεχνητούς μικρούς υγροτόπους. Η δημιουργία μικρών υγροτόπων συμβάλλει επίσης και στην συγκράτηση θρεπτικών ουσιών, όπως τα νιτρικά, που προέρχονται από την υπερβολική χρήση λιπασμάτων στην εντατική γεωργία  και προκαλούν ρύπανση ή ευτροφισμό (Fleischer 1995). Σ’ αυτή την περίπτωση οι αποστραγγιστικές τάφροι δεν θα πρέπει να συνδέονται απευθείας με τον ποταμό αλλά το νερό θα πρέπει να περνά από ένα αυλάκι, παράλληλο με τον ποταμό, και στην συνέχεια να διοχετεύεται αργά σε τεχνητό υγρότοπο με ρηχά και βραδέως κινούμενα νερά (Lena & Vought 1995).

Ένα βασικό θέμα που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η αποκατάσταση ενδιαιτημάτων που καταστρέφονται ή η δημιουργία παρόμοιων σε μια άλλη περιοχή. Οι τεχνικοί θα πρέπει να είναι ικανοί να αναπτύξουν τις κατάλληλες τεχνικές για την διατήρηση των χαρακτηριστικών του ποταμού που έχουν επισημανθεί ως αναγκαία για την διατήρηση των ενδιαιτημάτων της πανίδας πχ με την δημιουργία θέσεων λιμναζόντων υδάτων ή θέσεων με εποχιακό πλημμυρισμό, φυτεύσεις με είδη που ευνοούν την πανίδα κλπ..

Ε) Ανάπτυξη αποτελεσματικού μηχανισμού για τον έλεγχο του πλήθους των προγραμμάτων που επηρεάζουν το περιβάλλον στον τομέα διαχείρισης υδάτων

Ένα από τα βασικότερα θέματα είναι ο ορθολογικός σχεδιασμός και η παρακολούθηση από συγκεκριμένο φορέα του πλήθους των έργων που επηρεάζουν τα θέματα διαχείρισης των υδάτων και αντιπλημμυρικής  προστασίας.

Σήμερα κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση ενός συνολικού Σχεδίου Διαχείρισης σε επίπεδο Λεκάνης Απορροής. Με αυτό το σχέδιο είναι δυνατόν:

  • να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των σημαντικότερων ενδιαιτημάτων και ειδών, στα οποία πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή όσον αφορά την διατήρησή τους, των χρήσεων γης, των ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων και των αναγκών σε νερό
  • να δοθούν οι βασικές αρχές για την διαχείριση των υδάτων σ’ αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις και με κύριο στόχο την μείωση των αντιθέσεων μεταξύ αυτών που σήμερα υλοποιούν αποσπασματικά σχέδια για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών
  • να μειωθεί το συνολικό κόστος των επιμέρους έργων λόγω του ολοκληρωμένου σχεδιασμού και της μείωσης των αναγκών έργων αποκατάστασης
  • να οργανωθεί φορέας που να περιλαμβάνει όλους όσους εμπλέκονται (κεντρική διοίκηση, τοπική και νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, ενώσεις παραγωγών κλπ)

Τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS) αποδεικνύονται πολύ χρήσιμα κατά την εκπόνηση Διαχειριστικών Σχεδίων αλλά και στην συνέχεια μπορούν να αποτελέσουν συστηματικό εργαλείο για την συστηματική παρακολούθηση και την λήψη αποφάσεων για τα θέματα διαχείρισης υδάτων διότι δίνεται η δυνατότητα :

  • ηλεκτρονικής χαρτογράφησης (υποβάθρων, ενδιαιτημάτων, σημαντικών περιοχών για την άγρια ζωή, χρήσεων γης κλπ)
  • γεωγραφικής ανάλυσης των πληροφοριών
  • διεπιστημονικής προσέγγισης για το σύνολο των παραμέτρων
  • μαθηματικών επεξεργασιών
  • συνεχούς εμπλουτισμού με στοιχεία

Δυστυχώς παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα υπάρχει το νομικό πλαίσιο δεν έχουν ενεργοποιηθεί οι κατάλληλοι μηχανισμοί παρακολούθησης και συντονισμού για το σύνολο των θεμάτων διαχείρισης υδάτων. Είναι συνεπώς αναγκαία η ενεργοποίηση ενός φορέα με κρατική και περιφερειακή διάρθρωση. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξει συντονισμός διαφορετικών υπηρεσιών και φορέων και θα διερευνηθούν τα θέματα κάτω από ένα συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο πλαίσιο.

Ειδικά μέτρα αντιμετώπισης των επιπτώσεων και έργων στους ποταμούς και στις αποστραγγιστικές τάφρους

Στο κεφάλαιο αυτό αναφέρονται επιλεκτικά ορισμένα μόνο μέτρα για την αντιμετώπιση επιπτώσεων από διάφορα έργα. Για κάθε περίπτωση πρέπει να δίνεται στους μελετητές ο χρόνος και τα μέσα για την ολοκληρωμένη περιγραφή της υπάρχουσας κατάστασης, την αξιολόγηση των επιπτώσεων και την διεπιστημονική προσέγγιση για τον σχεδιασμό επανορθωτικών μέτρων. Αντίθετα με την μέχρι σήμερα πρακτική η αναβαθμισμένη συμμετοχή των βιολόγων και συναφών επιστημόνων είναι απαραίτητη. Η δυναμικά αναπτυσσόμενη βιολογία της διατήρησης (conservation biology) την τελευταία 15ετία μπορεί να συμβάλει θετικά προς την κατεύθυνση της επισήμανσης, πρόληψης και λύσης προβλημάτων αντιμετώπισης επιπτώσεων από τεχνικά έργα.

Κάθε προτεινόμενο μέτρο θα πρέπει να συνδυάζεται με χαρτογράφηση και σαφή υπόδειξη των θέσεων παρέμβασης.

Για τα μέτρα που προτείνονται επιγραμματικά ακολούθως χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το βιβλίο «The New Rivers & Wildlife Handbook» (Ward et al 1994), μερικές ακόμα εργασίες με διαχειριστική λογική (Lena B. & M. Vought 1995, Nielsen 1995, Holmes & Hanbury 1995) και από την εμπειρία μας στην Ελλάδα. Σε όλα θα πρέπει να υπάρχει επίβλεψη και από ειδικό βιολόγο, εκτός των μηχανικών, ενώ θα πρέπει να οργανώνεται σύστημα παρακολούθησης για τα αμέσως επόμενα έτη.

1) Για έργα Εκβάθυνσης – Διαπλάτυνσης στην χαμηλή κοίτη και στα αναχώματα

Για τις εργασίες αυτές μερικές βασικές αρχές που πρέπει να τηρούνται πάντοτε είναι οι ακόλουθες :

  • οι εργασίες πρέπει να γίνονται από την μία πλευρά του αναχώματος και τα αποσυρόμενα υλικά πρέπει να ρίχνονται μακριά από την παρυφή του ποταμού ή της τάφρου
  • να αποσύρεται το λιγότερο αναγκαίο υλικό για την επίτευξη του στόχου της εκβάθυνσης
  • να διατηρούνται χονδρά υλικά στην κοίτη – αν αυτό είναι αδύνατο, αυτά πρέπει να μεταφέρονται σε χαμηλότερο επίπεδο μετά από εργασίες εκβάθυνσης
  • να διατηρείται ποικιλία στο υπόστρωμα, στην ταχύτητα και το βάθος του νερού κατά μήκος αλλά και κατά πλάτος της κοίτης
  • δεν πρέπει τα αποσυρόμενα υλικά να ρίχνονται σε κατακλυζόμενα εδάφη ή σε άλλα ενδιαφέροντα χερσαία ενδιαιτήματα που συνδέονται με το ποτάμι ή την τάφρο
  • θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε οι εργασίες να μην υποβαθμίζουν κατάντη υγροτόπους, χαμηλώνοντας το ύψος της στάθμης του νερού ή περιορίζοντας την κατάκλυση σε αυτούς.
  • Θα πρέπει να προβλέπεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερο πλάτος υψηλής κοίτης ώστε να υπάρχουν μεγαλύτερες επιφάνειες περιοδικά κατακλιζόμενες και να αναπτύσσεται σε μεγαλύτερο πλάτος η παρόχθια βλάστηση.

Άλλα θέματα που πρέπει να προσεχθούν είναι τα εξής:

  • Η βλάστηση των αναχωμάτων και της μπαγκίνας θα πρέπει να απομακρύνεται μόνο στα σημεία που είναι αναγκαία η πρόσβαση των μηχανημάτων. Για την απομάκρυνση δενδρώδους βλάστησης θα πρέπει να γίνει προσήμανση ώστε να καταστραφεί η λιγότερη δυνατή βλάστηση και να μην κοπούν δένδρα που περιέχουν φωλιές ή τρύπες που χρησιμοποιούνται για φωλιές. Για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητη η επίβλεψη από την δασική υπηρεσία ή και από ειδικό ορνιθολόγο. Η απομάκρυνση θα πρέπει να γίνει εκτός περιόδου αναπαραγωγής (Φεβρουάριος – Ιούλιος).
  • η εκβάθυνση προς την πλευρά του ενός πρανούς είναι προτιμότερη από την ισοβαθή ομοιόμορφη εκβάθυνση κατά πλάτος, διότι η ανισομερής διαμόρφωση επιτρέπει την δημιουργία ρηχών και βαθύτερων νερών. Τα βαθύτερα νερά είναι πιθανόν να παραμείνουν καθ’ όλη την διάρκεια του έτους επιτρέποντας την επιβίωση ιχθύων, ασπονδύλων και αμφιβίων καθώς και των υδρoβατικών και παρυδάτιων πουλιών που τρέφονται σε αυτούς τους χώρους
  • Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνεται ισοπέδωση της κοίτης με προσχώσεις σε σημεία όπου υπάρχουν εκβαθύνσεις. Αντιθέτως κατά θέσεις θα πρέπει να δημιουργούνται βαθύτεροι νερόλακκοι (εκβαθύνσεις) εντός της κοίτης για την διατήρηση νερού και το καλοκαίρι ώστε να εξασφαλίζεται η επιβίωση των ψαριών, των γυρίνων και των ασπονδύλων.. Για να έχει επιτυχία αυτό το μέτρο θα πρέπει να διασφαλιστεί η δημιουργία ή η βελτίωση  παράλληλου συστήματος άρδευσης. Διαφορετικά οι βαθύτερες αυτές θέσεις θα χρησιμοποιηθούν από τους αγρότες σαν θέσεις υδροληψίας για την άρδευση των κοντινών αγρών.
  • Οι εργασίες διαπλάτυνσης, εκβάθυνσης και καθαρισμού πρέπει να ξεκινούν από τα κατάντη προς τα ανάντη και να γίνονται τμηματικά κατ’ έτος ώστε να αναγενάται η βλάστηση (αρχικά η ποώδης και τα καλάμια) και να προλαβαίνει να μετακινείται και να αναζητά καταφύγιο σε άλλες θέσεις η πανίδα.

2) Για έργα Ευθυγράμμισης της κοίτης και προτάσεις ισοπέδωσης των μαιανδρισμών

Η καταστροφή των μαιανδρισμών θα πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγεται. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που η ευθυγράμμιση είναι απολύτως αναγκαία, οι παλιές κοίτες, οι οποίες έχουν μεγάλη αξία για την πανίδα, θα πρέπει να διατηρούνται παράλληλα με την ευθυγράμμιση χωρίς καμμία παρέμβαση. Με αυτόν τον τρόπο θα διατηρηθούν οι νερόλακκοι στην κοίτη τους και η παρόχθια βλάστηση και θα λειτουργήσουν ως γενετικό απόθεμα για την υδρόβια πανίδα και θα διασφαλίσουν τον επαναποικισμό στους ποταμούς μετά το πέρας των έργων. Με αυτό το μέτρο θα ευνοηθούν ιδιαίτερα οι ιχθύες, τα αμφίβια, οι νεροχελώνες και τα είδη της ορνιθοπανίδας που τρέφονται σε αυτές τις εκτάσεις.

3) Αντιμετώπιση των έκτακτων πλημμυρικών φαινομένων με αντιμετώπιση της διάβρωσης

Τα έντονα πλημμυρικά φαινόμενα, στις πεδιάδες, εντείνονται με την διάβρωση σε επικλινή εδάφη η οποία οφείλεται σε καταστροφή των δασών λόγω της εφαρμογής αποψιλωτικών υλοτομιών, της υπερβόσκησης και των πυρκαγιών. Η μόνη ουσιαστική λύση για την αντιμετώπιση τους είναι η αντιμετώπιση των πλημμυρικών παροχών στην ορεινή και ημιορεινή ζώνη με:

  • έργα στις κοίτες των χειμάρρων (φράγματα απόθεσης φερτών, έργα σταθεροποίησης της κοίτης κλπ.)
  • κατασκευή αναβαθμίδων στους αγρούς και
  • αύξηση της φυτοκάλυψης ( χλόαση των διαβρωμένων εδαφών και αναδασώσεις).

Με έργα αυτής της μορφής επιτυγχάνεται σταθεροποίηση εδαφών και μείωση των αποσπώμενων υλικών καθώς και μεγαλύτερη διήθηση του νερού με συνέπεια την μεταφορά μικρότερων ποσοτήτων υδάτων κατάντη (Τσακίρης1995, Kostadinov 1995).

Σ’ αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να γίνονται, προφανώς, πολύ μικρότερης κλίμακας χωματουργικά έργα στο πεδινό τμήμα των ποταμών. Αυτή η εναλλακτική λύση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την δέουσα προσοχή διότι συνδυάζει μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση αλλά και μικρότερο κόστος.

4) Πρακτικές επαναδημιουργίας ενδιαιτημάτων

Κατά περίπτωση μπορούν να κατασκευάζονται με μικρές χωματουργικές επεμβάσεις έργα σαν αυτά που περιγράφονται ακολούθως:

  • Δημιουργία εκβαθύνσεων(pool) και υφάλων(riffles) στην κύρια κοίτη και ανισοβαθής κατά πλάτος διαμόρφωση της κοίτης.
  • Δημιουργία εκτάσεων στην χαμηλή κοίτη οι οποίες θα κατακλύζονται περιοδικά, με εκσκαφές και ταπείνωση στην υψηλή κοίτη, ώστε να δημιουργούνται ρηχά νερά και να αναπτύσσεται υγροτοπική βλάστηση.
  • Δημιουργία θέσεων με ρηχά και βραδέως κινούμενα ή στάσιμα νερά, με διάφορες κατασκευές όπως: κολπίσκοι, λιμνάζοντα νερά σε σύνδεση με την κύρια κοίτη με την μέθοδο by-pass.
  • Δημιουργία μικρών ρηχών ταμιευτήρων, με την κατασκευή χαμηλών φραγμάτων εντός της κοίτης, που να διατηρούν τα νερά και κατά την θερινή περίοδο. Προϋπόθεση είναι διατήρηση αυτών των μικρών ποσοτήτων υδάτων και όχι η άντλησή τους για άρδευση των κοντινών αγρών.
  • Δημιουργία κατά θέσεις, κάθετων χωμάτινων πρανών στα αναχώματα, ύψους τουλάχιστον δύο μέτρων, για την φωλεοποίηση πτηνών που χρησιμοποιούν αυτά τα ενδιαιτήματα.
  • Επαναδημιουργία μαιανδρισμών

 

Βιβλιογραφία

Barajas S. M. 1993. Environmental and social implications of the Spanish National Water- Resource Management Plan. A constructive criticism.

Bousbouras D. & Ioannidis Y. 1997. The distribusion and habitat preferences of the amphibians of Prespa National Park. Hydrobiologia 351 : 127 -133

Crivelli, A. J., P. Grillas, and B. Lacaze. 1995. Responses of vegetation change to a rise in water level at Kerkini reservoir (1982–1991), a Ramsar site in northern Greece.Environmental Management 19: 417–430.

Crivelli, A. J., Jerrentrup, H, Nazindes, T and Grillas, R (l995b) Effects on fishenes and waterbirds of raising the water level at the Kerkini reservoir, a Ramsar site in northem Greece. J. Environmental Management. 19: 431–443.

Darnell, R.M., “Minimization of Construction Impacts on Wetlands: Dredge andFill, Dams, Dikes, and Channelization”, Proceedings of the National WetlandProtection Symposium, June 6-8, 1977, Reston, Virginia

Fleischer S 1995. Management of nitrogen in drainage basins στο: Laholm Bay, Sweden. M. Eiseltova, J. Biggs (Eds.), Restoration of Stream Ecosystems. An integrated catchment approach, 37, IWRB Publication

Goodland R. 1990. Environmental aspects of dam and reservoir projects – the Word Bank new policy. Waterlines: Vol.4 pp. 7-10

Goodland R. 1990. The Word Bank new environmental policy for dam and. International Journal of Water Resourses Development. Vol.28 pp. 87-94

Hallmann B., Balgooyen T. & Bousbouras D., 1995 : Lesser Kestrel (Falco naumanni) survey Thessaly 1995. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, σελ. 24

Hatzilacou, D. (1993): The distribution of the globally endangered Dalmatian Pelican (Pelecanus crispus Bruch) in Greece. Threats pertaining to its habitats and recommencations for protection. RSPB.

Hollis 1994. Mediterranean Wetland Management and the Goksu and Kizilirmak deltas: Priorities for Turkish Wetlands. Turk. J. Zool., 18, 95-105

HOLLIS, G. E., 1989: Οι υδρολογικές Λειτουργίες των Υγροτόπων και η Διαχείρισή τους. Πρακτικά συνάντησης εργασίας Θεσσαλονίκης 17-21 Απρ. 1989,WWF, Εργ. Οικολ. Τμημ. Γεωπ. Α.Π.Θ. IUCN. Θεσσαλονίκη

Holmes & Hanbury 1995. Rivers, canals and dykes. pp. 84-120  Στο: Managing habitats for conservation / edited by William J. Sutherland and David A. Hill.

Ibanez C, Prat N, Canicio A. 1996. Changes in the hydrology and sediment transfer produced by large dams on the lower Ebro River and its estuary. Red Riv Res Man 12:51–62 ICMAM (2002)

Konstdinov 1995. Έλεγχος των χειμμάρων σε ορεινές περιοχές. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου «Προστασία και Περιβαλλοντική Διαχείριση των Ρεμάτων», 23-24 Νοεμβρίου, Ζάππειο, Αθήνα, ΥΠΕΧΩΔΕ.

Lena B. & M. Vought 1995. Restoration of Streams in the Agricultural Landscape στο: Restoration of Stream Ecosystems,  an integrated catchment approach, a training handbook / edited by Martina Eiseltova and Jeremy Biggs. IWRB Publication 37.

Llamas, M. R. 1992. Wetlands: an important issue in hydrogeology. Aquifer Overexploitation. Inter. Assoc. Hydrogeologists. Selected Papers 3, Heise: 69-86.

Llamas, M.R., W. Back & J. Margat, 1992. Groundwater use: equilibrium between social benefits and potential environmental costs. Applied Hydrogeology, 1992, No 2, Heise, Hannover, pp. 3–14.

Manteiga L. and Jiliberto R. 1995. Strategic Environmental Assessment and Hydrological Planning in Spain SEO/RSPB, Birdlife International, Cambridge (UK) p 42.

Manteiga, L. and Jiliberto, R. (1995) Strategic Environmental Assessment and Hydrological Planning in Spain SEO/RSPB, Birdlife International, Cambridge (UK) p 42.

Nielsen, B. (1995). Restoration of streams and their riparian zones. στο: Restoration of Stream Ecosystems, an integrated catchment approach, a training handbook / edited by Martina Eiseltova and Jeremy Biggs. IWRB Publication 37.

Pyrovetsi M. & E. Papastergiadou (1992): Biological Conservation Implications of. Water level Fluctuations in a Wetland of International Importance, Kerkini, Macedonia, Greece. Environ. Conserv. 19(3): 235‐244. 46.

Ward, D., Holmes, N., Jossè, P. (eds) 1994: The New Rivers & Wildlife Handbook. p 426  R.S.P.B., N.R.A., R.S.N.C.

Βασιλάκης Κ. & Δ. Μπούσμπουρας 1991. Εκτροπή του Αχελώου. Εκτίμηση των Περιβαλλοντικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Επιπτώσεων. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, RSPB-UK, σελ. 63, σχέδια παραρτήματα (Ελληνική και Αγγλική Έκδοση).

Βασιλάκης Κ. & Μπούσμπουρας Δ. 1991 : Εκτροπή του ποταμού Ευήνου για την υδροδότηση του λεκανοπεδίου της Αττικής. Επιπτώσεις – Εναλλακτικές λύσεις. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, RSPB-UK.σελ.19, χάρτες, παραρτήματα. (Ελληνική και Αγγλική Έκδοση.

Διαμαντής Ι. 1996. Επηρεασμός αναπτυξιακών δραστηριοτήτων & επιπτώσεις στο περιβάλλον από την άναρχη εκμετάλλευση διασυνοριακών ποταμών – Περιπτώσεις διακρατικών ποταμών στην Ελλάδα. Διεθνές Συνέδριο «Διαχείριση Υδατικών Πόρων». Λάρισα. 13-13 Νοεμβρίου. ΤΕΕ Θεσσαλίας.

Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία 1994. Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας. Αθήνα.

Καρακατσούλης Π. 1996. Προβλήματα διασυνοριακών υδάτων – Διεθνείς Ρυθμίσεις. Διεθνές Συνέδριο «Διαχείριση Υδατικών Πόρων». Λάρισα. 13-13 Νοεμβρίου. ΤΕΕ Θεσσαλίας.

Οικονομίδου & Βασιλάκης 1993. Ορνιθολογική σημασία της εκτροπής του Αχελώου.  Στο:. Στο:  Αχελώος: Περιβαλλοντικές επιπτώσεις, προστασία. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, WWF, Ελληνική Εταιρεία.

Σκούλλος Μ. 1993. Βιοχημικές παράμετροι και περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο Δέλτα του Αχελώου. Στο:  Αχελώος: Περιβαλλοντικές επιπτώσεις, προστασία. Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, WWF, Ελληνική Εταιρεία.

Τσακίρης Γ. 1995. Πλαίσιο διαχείρισης των ρεμάτων. Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου «Προστασία και Περιβαλλοντική Διαχείριση των Ρεμάτων», 23-24 Νοεμβρίου, Ζάππειο, Αθήνα, ΥΠΕΧΩΔΕ.

Ψιλοβίκος Α. 1990. Μεταβολές στους ελληνικούς υγροτόπους κατά τον 20ο αιώνα. Οι περιπτώσεις των εσωτερικών υδάτων της Μακεδονίας και των ποτάμιων δέλτα του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. Στο : Πρακτικά συνάντησης εργασίας Θεσσαλονίκης 17-21 Απρ. 1989,WWF, Εργ. Οικολ. Τμημ. Γεωπ. Α.Π.Θ. IUCN. Θεσσαλονίκη

Καταγραφή.JPG

Φωτογραφία κορυφής: Ο θολωμένος Πηνειός στα Στενά της Ροδιάς, Μάιος 2004

Η αναφορά στην σελίδα της Ορνιθολογικής: http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tID=1041&aID=349