Για μια αειφόρο οικονομία

 

Εισήγηση του Δ. Μπούσμπουρα στην Α’ Συνδιάσκεψη Άρδην 12/11/2016

Η πρόσφατη οικονομική κρίση είναι, εκτός των άλλων, αποτέλεσμα και του ατομικού καταναλωτικού προτύπου που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα στην μεταπολίτευση. Μέσα σε 4 δεκαετίες, φτάσαμε να προσεγγίσουμε το οικολογικό αποτύπωμα του Πρώτου Κόσμου, την ίδια στιγμή που υιοθετούσαμε άκριτα πρακτικές ανάπτυξης που απαντώνται στις υπό ανάπτυξη χώρες. Η ρύπανση των ποταμών, η συσσώρευση των σκουπιδιών, η εισροή χημικών στην γεωργία, η αλλοίωση των ακτών, η απάνθρωπη δόμηση στις πόλεις δημιούργησαν σοβαρά ζητήματα που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής και απειλούν την υγεία των ανθρώπων.

Η Ελλάδα διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες ποικιλίες οικοσυστημάτων, χλωρίδας και πανίδας στην Ευρώπη. Το βασικό αίτιο είναι η μικρή κλίμακα, η εναλλαγή στο κλίμα και στο τοπίο. Η συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης για χιλιετηρίδες αποδεικνύει ότι  μπορεί να διατηρηθεί ένα θαυμαστό εύρος βιοποικιλότητας. Στην Ελλάδα εντοπίζονται 50.000 είδη ζώων και 6.300 είδη και υποείδη φυτών, ένα μεγάλο μέρος των οποίων είναι ενδημικά. Αυτή η ποικιλία απειλείται όμως σήμερα με την αλλαγή χρήσεων γης, τα μεγάλα έργα και την άλωση και των πιο απρόσιτων οικοσυστημάτων.

Τα ζητήματα περιβάλλοντος είναι πλέον από τα σημαντικότερα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε.

Είναι γεγονός ότι το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα ήταν σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενο ή επηρεαζόμενο από τα αντίστοιχα ρεύματα στο εξωτερικό. Αυτό φάνηκε στο τέλος της δεκαετία του ’80, με την δημιουργία των οικολόγων εναλλακτικών σαν μια αντιγραφή από το αντίστοιχο πράσινο κόμμα στην Γερμανία και από τον τρόπο που αναπτύχθηκαν οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, συχνά ως παραρτήματα των μεγάλων διεθνών οργανώσεων. Δεν είναι, όμως, μόνο αποτέλεσμα μιμητισμού. Τα πραγματικά προβλήματα, με την άσχημη πλευρά της ζωής στις πόλεις με τον συνωστισμό και την ρύπανση, ευαισθητοποιήσανε και κινητοποιήσανε τους ανθρώπους. Αυτή η κινητοποίηση βασίστηκε σε ένα όραμα, ένα πρότυπο, μια ανάμνηση μιας καλύτερης κατάστασης στην σχέση μας με την φύση.

Για τους διανοούμενους, το ενδιαφέρον για το τοπίο και την φύση ξεκινάει από την γενιά του 30. Που πρώτη αυτή αρχίζει να βλέπει το ελληνικό τοπίο και να ζωγραφίζει π.χ. ελαιώνες και μεσογειακά τοπία αντί για βαθύσκια δάση σαν τον μέλανα δρυμό της Γερμανίας. Η ίδια η δασολογική σχολή, από τις πρώτες που φτιάχτηκε με την δημιουργία του ελεύθερου ελληνικού κράτους, είχε γερμανική παιδεία και έπρεπε να περάσει περισσότερο από ένας αιώνας για να αντιληφθούν οι έλληνες επιστήμονες την δομή και την λειτουργία των μεσογειακών οικοσυστημάτων.

Για τον πολύ κόσμο, όμως, η συνειδητοποίηση της αξίας του περιβάλλοντος γίνεται με την εγκατάσταση στην πρωτεύουσα και τις πόλεις και την απώλεια της επαφής με την φύση, ιδιαίτερα μετά την μικρασιατική καταστροφή και τον εμφύλιο. Αυτή η απώλεια της φύσης και η νοσταλγία μιας ζωής στην ύπαιθρο, λειτούργησε για τα λαϊκά στρώματα ως κίνητρο για δραστηριοποίηση σε περιβαλλοντικά ζητήματα και ζητήματα ποιότητας ζωής, ακόμα και όταν το βασικό όραμα παρέμενε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα ή την πρωτεύουσα του νομού.

Βασικά στοιχεία που διέπουν την σχέση των ελλήνων με τον «κόσμο» είναι το μέτρο, η αυτάρκεια και η εγκράτεια, ένας μάλλον ασκητικός τρόπος ζωής, συμβατός με την κοινοτική παράδοση[1]. Μια στάση ζωής που αναγνωρίζει την «ύβρη» στην ανατροπή των φυσικών διεργασιών και την ληστρική εκμετάλλευση της φύσης. Η ελληνική στάση απέναντι στον κόσμο και την οικονομία συνοψίζεται από τον Αριστοτέλη: «Τό ζητεῖν ἁπανταχοῦ τό χρήσιμον, ἥκιστα ἁρμόζει τοῖς μεγαλοψύχοις καί ἐλευθερίοις». Στάση που διαφέρει από τις ιδεολογίες που διέπονται από την επιδίωξη συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης και την αυταπάτη ότι οι φυσικοί πόροι είναι ανεξάντλητοι[2].

Μια ελληνική οικολογική στάση δεν μπορεί παρά να συναντήσει το αίτημα της αποανάπτυξης, που αντιστρατεύεται την αδιάκοπη μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας με κάθε τίμημα. Με το αίτημα ο προσανατολισμός της οικονομίας να στοχεύει στην εξυπηρέτηση του ανθρώπου και όχι να αποτελεί αυτοσκοπός η συνεχής αύξησης της παραγωγής και της κατανάλωσης.

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης δεν συνδέεται με την λιτότητα που επιδιώκει απλά συρρίκνωση των μισθών για την βελτίωση της κερδοφορίας οδηγώντας σε εξαθλίωση και μετανάστευση το πιο ζωτικό τμήμα των νέων. Στην Ελλάδα της κρίσης βασικό αιτούμενο είναι η αναδιάρθωση της οικονομίας με την ενίσχυση του αγροτικού τομέα στην κατεύθυνση της αυτάρκειας, η ανασυγκρότηση του δευτερογενούς τομέα για την πραγματική παραγωγή και η απομεγένθυση του τομέα των υπηρεσιών.

Ανάπτυξη για τον άνθρωπο – αποανάπτυξη σε ότι υποβαθμίζει την ζωή.

Αν η οικολογική διάσταση ενταχθεί σε όλους τους σχεδιασμούς και τις οικονομικές δραστηριότητες και αν η ποιότητα ζωής αποτελέσει τον κύριο στόχο, αντί για την αύξηση του ΑΕΠ, ο άνθρωπος ξαναγίνεται το κέντρο της οικονομίας και η σχέση του άνθρωπου με την φύση μπορεί να αποκατασταθεί.

Σήμερα στην Ελλάδα, μερικές βασικές προτεραιότητες για μια αειφορική οικονομία ευημερίας που σέβεται την βιοποικιλότητα και επιδιώκει την φυσικότητα και το μέτρο, είναι:

  • Η στροφή προς την οικολογικά συμβατή παραγωγή και υπηρεσίες.
  • Η απορρύπανση θαλασσών, ποταμών και λιμνών, η προστασία των ακτών και των οικοσυστημάτων με μεγάλη βιολογική αξία, η αναβάθμιση των δασών – κάτι που επιπροσθέτως προσφέρει και επιπλέον θέσεις εργασίας.
  • Η στήριξη των παραδοσιακών δραστηριοτήτων οικολογικής γεωργίας και αλιείας και η καθολική εφαρμογή της ολοκληρωμένης γεωργίας. Η διατήρηση των ελληνικών ποικιλιών και φυλών.
  • Ο περιβαλλοντικός εκσυγχρονισμός της λιγνιτικής παραγωγής ενέργειας και η στροφή προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας μικρής και μεσαίας κλίμακας για την χρήση τους σε τοπική βάση με σκοπό την βελτίωση της ενεργειακής αυτάρκειας.
  • Ο οικολογικός εξορθολογισμός των κατασκευών, με την υιοθέτηση σύγχρονων αειφορικών πρακτικών καθώς και ο παράλληλος εκσυγχρονισμός της ελληνικής αστικής και υπαίθριας αρχιτεκτονικής και κατασκευαστικής παράδοσης – που φέρει μέσα της την αρχή της συνύπαρξης του ανθρώπου με την φύση.
  • Η αναβάθμιση των δημόσιων, οικολογικών μέσων μεταφοράς και ο περιορισμός της χρήσης του Ιδιωτικού Αυτοκινήτου.
  • Η εφαρμογή μέτρων για τον περιορισμό του οικολογικού αποτυπώματος της τουριστικής δραστηριότητας.
  • Η μείωση της παραγωγής απορριμμάτων μέσω της στροφής προς τις επαναχρησιμοποιούμενες συσκευασίες και ανακύκλωση.
  • Η απαγόρευση χρήσης και κατανάλωσης όλων των μεταλλαγμένων σπόρων και προϊόντων που προέρχονται από αυτούς.
  • Η προστασία του νερού ως ελεύθερου κοινωνικού αγαθού, και η ειδική μέριμνα για την χρηστή διαχείριση των υδάτινων πόρων.

 

[1] Παράδοση που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ορθοδοξία, αλλά πηγαίνει βαθύτερα στον χρόνο έως την αρχαιότητα του «μέτρον άριστον» και του σχήματος ὓβρις → ἂτη → νέμεσις → τίσις.

[2] Τόσο ο νεοφιλελευθερισμός όσο και ο μαρξισμός και η κεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία βασίζονται στην θολή έννοια της «προόδου»,  που συνδέεται με μια συγκεκριμένη γραμμική εξέλιξη των κοινωνιών, με την διαρκή αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης. Και για τον λόγο αυτό συγκλίνουν στην επιδίωξη της ανάπτυξης πάνω απ’ όλα, προσδοκώντας τεχνολογικές λύσεις στα προβλήματα της σπάνης των φυσικών πόρων και της ρύπανσης. Η συνειδητοποίηση του οικολογικού προβλήματος θέτει επιτακτικά μια ριζική αμφισβήτηση αυτών των παραδοχών.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Άρδην τ. 106

Και σε βίντεο για όσους βαριούνται το διάβασμα.