Να ξαναγίνει ερασιτεχνικός ο αθλητισμός

Κείμενο που είχε γραφτεί το 2015. Επίκαιρο πάντα. Για όσους δεν θεωρούν την ξεφτίλα δεδομένη.

Η παρωδία των επαγγελματικών πρωταθλημάτων

Έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα να ασχολούμαστε με τα μεγάλα και να αφήνουμε τα μικρά. Οι μεγαλόστομες διακηρύξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή περιορίζονται στον χώρο της υψηλής πολιτικής και η πραγματικότητα συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό. Το βλέπαμε αυτό την εποχή της πρώιμης πασοκοκρατίας. Όταν διατυπώνονταν οι μεγαλόστομες διακηρύξεις του αρχηγού και στα καφενεία αναπαράγονταν η ίδια επιχειρηματολογία για θέματα που δεν άπτονταν της καθημερινότητας. Στο παρασκήνιο οι παράγοντες όμως δούλευαν για δικό τους όφελος.

Κάπως έτσι και με τον αθλητισμό σήμερα. Οι παράγοντες του αθλητισμού εξακολουθούν να κάνουν την δουλειά τους. Οικονομικοί παράγοντες, που  εκμεταλλεύονται την πρωτογενή διάθεση για αθλητισμό και συμμετοχή σε μια ομάδα που δίνει ταυτότητα, συνεχίζουν να παίζουν τον ρόλο τους. Με απώτερο στόχο να βγάλουν χρήματα και να έχουν ισχύ στην διαπραγμάτευση για τις άλλες επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Είναι όμως μονόδρομος; Τι είναι αυτό που κάνει την ανάγκη του αθλητισμού να γίνεται εμπόρευμα; Τι είναι αυτό που κάνει την ανάγκη του «ανοίκειν» σε μία ομάδα να γίνεται οπαδική καφρίλα;

Θεωρούμε δεδομένο ότι ο αθλητισμός είναι εμπόρευμα. Ότι οι ομάδες δεν μπορεί παρά να είναι ανώνυμες εταιρείες με έναν μεγαλοπαράγοντα. Που αγοράζουν και πουλάνε παίχτες και βγάζουν εκατομμύρια. Διαμορφώνουμε γενιές στα γήπεδα με το όραμα να γίνουν μεγάλοι παίχτες για να βγάλουν πολλά λεφτά.  Και ποιο είναι το αποτέλεσμα;

Διαπλοκή και εκβιασμοί από τους παράγοντες, επικαλούμενοι το πλήθος των οπαδών. Βία από οπαδούς που με μια πρωτόγονη τυφλότητα, κινούνται εναντίον των άλλων ομάδων.  Πρόκειται για οπαδούς μιας ομάδας με την οποία δεν έχουν κάποια άλλη σχέση εκτός από καταναλωτές του θεάματος. Που αντιμετωπίζουν τον πρόεδρο σαν έναν πατέρα που θα τους καλύψει οικονομικά και θα στραφούν εναντίον του με βία ορισμένες φορές αν αισθανθούν ότι τους πρόδωσε. Πολίτες με ανώριμο ψυχισμό που μετέχουν χωρίς να έχουν την παραμικρή ευθύνη και συμμετοχή σ΄αυτό που αγαπάνε. Για την ακραία μορφή αυτών των αισθημάτων υπάρχει η κάλυψη των συνδέσμων. Οργανωμένοι με αδιαφάνεια αποτελούν την αιχμή του δόρατος των επιχειρηματιών. Είναι μάλιστα κοινό μυστικό ότι στους συνδέσμους των οπαδών κυριαρχούν η βία και τα ναρκωτικά.

Και δίπλα σ’ αυτό, στημένα παιχνίδια από μία μαφία που ενώ είναι γνωστή βρίσκεται στο προσκήνιο. Μια μαφία που φτάνει μέχρι το αξίωμα του δημάρχου. Γιατί για τον τυφλό οπαδό αυτό που είναι το πιο σπουδαίο είναι να ανέβει η ομάδα. Κι ο πατέρας που το κατάφερε αυτό επιβραβεύεται. Όλες οι άλλες αξίες είναι δευτερεύουσες.

Και οι αθλητές; Σαν άλογα κούρσας που όμως πληρώνονται και αυτοί καλά, ειδικά όταν πουλιούνται. Και μερικές φορές πουλιούνται πολύ καλά.  Ένα μάθημα στις νέες γενιές ότι  το χρήμα είναι η μέγιστη αξία. Τι γίνεται όμως με την μεγάλη πλειοψηφία των νέων που μπαίνουν στον αθλητισμό στην εφηβική τους ηλικία; Που παίρνουν αναβολικά και αθλούνται πέντε και έξη ώρες όταν είναι ακόμη στο λύκειο αφήνοντας μάθηση και κοινωνική ζωή; Η πλειοψηφία δεν θα φτάσει στο τέρμα της επιτυχίας. Και μένουν σαν άδεια πουκάμισα, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τίποτε άλλο.

Μια λύση υπάρχει. Να σταματήσει αυτή η παρωδία του αθλητισμού – οικονομική επιχείρηση. Να σταματήσουν να έχουν το πάνω χέρι οι επιχειρηματίες. Να ξαναγίνει ο αθλητισμός ερασιτεχνικός. Όχι πρόχειρος ή ανοργάνωτος, αλλά χωρίς το χέρι του μεγαλοπαράγοντα. Όλη αυτή η συμμετοχή των ανθρώπων, οπαδών, αθλητών και γυμναστών να μπει σε άλλη βάση και να αναδιοργανωθεί σε σωματεία όπου εκ του νόμου δεν θα μπορεί να έχουν ισχύ οι μεγαλοεπιχειρηματίες. Στην χώρα που γέννησε τον αθλητισμό, στις πόλεις όπου γκρεμίζανε τα τείχη όταν κέρδιζε στην Ολυμπία ο δικός τους αθλητής, να ξαναπάρει ο αθλητισμός την αρχική του διάσταση. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται πραγματικό ενδιαφέρον για την κοινωνία και όχι για το μεγάλο θέαμα.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη φ. 112, Σεπτέμβριος 2015