Η υπενθύμιση της Σαμοθράκης

Η κτηνοτροφία χρειάζεται διαχείριση

Οι πρόσφατες καταστροφές στην Σαμοθράκη απασχόλησαν την επικαιρότητα για δύο ημέρες και μετά ξεχάστηκαν. Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις ζημιών και καταστροφών στην επαρχία, όπως συνήθως στην χώρα όπου η πρωτεύουσα λειτουργεί παρασιτικά και υπεροπτικά απέναντι στην ύπαιθρο. Αν μια παρόμοια καταστροφή γινόταν στην Αθήνα, όπως οι πλημμύρες παλαιότερα, θα απασχολούσε για εβδομάδες τα μέσα. Οι μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν οι χείμαρροι στην Σαμοθράκη ήταν για τους περισσότερους κάποιες εντυπωσιακές εικόνες που ξεχάστηκαν αμέσως.

Η βροχή που έπεσε στο νησί ήταν όντως εξαιρετικά ασυνήθιστης ραγδαιότητας  και σε εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα. Η καταπλάκωση κτηρίων από λάσπη υπενθύμισε πάλι δραματικά την ανοησία μας να κτίζουμε πάνω στις όχθες των ρεμάτων και μάλιστα όχι μόνο σπίτια ή άλλες κατασκευές από ιδιώτες αλλά και δημόσια κτήρια. Αυτό το αυτονόητο δεν εννοούμε να το καταλάβουμε. Αν και κάθε χρόνο συμβαίνει κάτι παρόμοιο δεν παίρνονται μέτρα ούτε ενεργοποιούνται οι υπηρεσίες στην κατεύθυνση της πρόληψης, του ελέγχου και της απόδοσης ευθυνών, πρώτα στις υπηρεσίες πολεοδομίας που ενέκριναν κατασκευές σε ρέματα και στους πολίτες που προβήκανε σε υπερβάσεις.

Εκτός όμως από αυτό το πρόβλημα που οδήγησε στις τεράστιες καταστροφές σχεδόν κανείς δεν εμβάθυνε στο πρόβλημα της διάβρωσης του εδάφους. Όλα αποδόθηκαν στο ύψος και την ένταση της βροχής και στις μεγάλες κλίσεις του αναγλύφου. Αν όμως υπήρχε βλάστηση, δενδρώδης, θαμνώδης ή ποώδης, η καταστροφή θα περιορίζονταν μόνο στο αποτέλεσμα της ραγδαίας κίνησης του νερού. Δεν θα παρασύρονταν το χώμα. Η βλάστηση επίσης, θα περιόριζε και την κίνηση του νερού με αποτέλεσμα και αυτό να κινείται με μικρότερη ταχύτητα.

Τι φταίει όμως στην περίπτωση της Σαμοθράκης και τεράστιες ποσότητες χωμάτων παρασυρθήκαν από τα νερά; Σχεδόν όλοι το γνωρίζουμε.  Η βλάστηση σε μεγάλες εκτάσεις του νησιού έχει υποβαθμιστεί. Οι γίδες και τα κατσίκια είναι σχεδόν παντού και σε μεγάλους πληθυσμούς, κατατρώγοντας κάθε είδους φυτά. Αν και οι γίδες είναι κλαδοφάγα ζώα, τρώνε δηλαδή τα φύλα από τους θάμνους, στην περίπτωση αυτού του νησιού έχουν στραφεί σε όποια βλάστηση έχει απομείνει. Το έδαφος, που το συγκρατούσαν οι ρίζες των φυτών, έχει ξεπλυθεί σε μεγάλες εκτάσεις και αποκαλύπτεται το μητρικό πέτρωμα.

Καταγραφή3.JPG

Η φωτογραφία που παραθέτουμε είναι παλαιότερη και προέρχεται ακριβώς από την περιοχή όπου έγιναν οι καταστροφές. Δείχνει πολύ καλά το αποτέλεσμα της υπερβόσκησης. Στην περιφραγμένη έκταση η βλάστηση παραμένει ενώ, γύρω από αυτήν, το μητρικό πέτρωμα έχει αποκαλυφθεί. Είναι σαν τα πειράματα που κάνουν οι λιβαδοπόνοι. Σαν έναν κλωβό για την αποτροπή της βόσκησης σε μια ζώνη ώστε να συγκρίνουν το αποτέλεσμα με τις διπλανές εκτάσεις που βόσκονται.

Που οφείλεται αυτή η αύξηση των γιδιών; Κατ’ αρχάς στην ζήτηση. Είναι γνωστές οι ταβέρνες στο νησί που σερβίρουν καθημερινά κατσικάκι. Παράλληλα υπάρχουν και οι επιδοτήσεις που μέχρι τώρα συνδέονταν αποκλειστικά με τον αριθμό των ζώων ενώ δεν λαμβάνονταν υπόψη στον υπολογισμό τους οι εκτάσεις και η ποιότητα των βοσκοτόπων. Αυτά οδήγησαν στην αύξηση των ζώων. Στο νησί η κτηνοτροφία δεν συναντάει εμπόδια καθώς δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες και επίσης δεν υπάρχουν άγριοι θηρευτές. Έτσι τα ζώα ζουν σχεδόν ελεύθερα και ο βοσκός τα ελέγχει με την παροχή νερού και πρόσθετης τροφής.

Αυτό δεν συμβαίνει σε άλλες περιοχές της χώρας, όπου ο βοσκός, λόγω της ύπαρξης άγριων ζώων, όπως ο λύκος ή η αρκούδα, και κυρίως γιατί είναι υποχρεωμένος να αποφύγει ζημιές στις καλλιέργειες είναι αναγκάζεται να ακολουθεί το κοπάδι. Δουλειά επίπονη, πολύωρη και καθημερινή. Γι αυτό στην ηπειρωτική Ελλάδα η εκτατική κτηνοτροφία έχει περιοριστεί. Οι νέοι προτιμούν τα ενσταυλισμένα ζώα και συχνά αλλάζουν τα γιδοπρόβατα με γελάδια. Στην περίπτωση αυτή έχουμε το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα: υποβόσκηση. Καθώς τα ζώα απομακρύνονται οι θαμνώδεις εκτάσεις πυκνώνουν και δημιουργούνται αδιαπέραστοι πυκνοί λόγγοι με πουρνάρια, άλλα αείφυλλα πλατύφυλλα ή άλλους θάμνους. Σε άλλες περιπτώσεις, τα παλιά λιβάδια έχουν αναδασωθεί από την δασική υπηρεσία με πεύκα. Σ΄ αυτές τις εκτάσεις η βιοποικιλότητα, ο αριθμός και η αναλογία των ειδών χλωρίδας και πανίδας, έχει περιοριστεί. Κάτι αναμενόμενο καθώς σε όλα τα οικοσυστήματα είναι αναγκαία τα φυτοφάγα ζώα. Και όταν αυτά δεν υπάρχουν στην φύση τον ρόλο τους παίρνουν τα πρόβατα και τα γίδια.

Σήμερα προχωράμε σε ακραίες καταστάσεις, υπερβόσκηση και διάβρωση τοπικά και εγκατάλειψη και ομογενοποίηση στις υπόλοιπες εκτάσεις. Είμαστε πολύ μακρυά από την δεκαετία του ’30 όπου ακόμα ο αριθμός των ζώων κτηνοτροφίας ήταν πολύ μεγάλος, αν και ισόρροπα  κατανεμημένος. Τότε έγιναν κάποιες απαγορεύσεις για να διατηρηθούν σε καλή κατάσταση ορισμένες περιοχές. Αυτές έγιναν αρχικά με εντελώς αυταρχικό τρόπο από τον δικτάτορα Μεταξά. Παρόμοιες πρακτικές συνέχισαν μέχρι σήμερα από ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες καθώς σε πολλούς χώρους συνεχίστηκε μια πολεμική εναντίον των γιδιών, αν και οι  συνθήκες, ο αριθμός και η πυκνότητα των ζώων έχει αλλάξει.

Η νηφάλεια και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση των λιβαδοπόνων δεν ακούγεται. Αυτό που εισηγούνται είναι η κατά χώρο και χρόνο οργάνωση της βόσκησης. Μια οργανωμένη δηλαδή διαχείριση που προϋποθέτει να μελετηθεί η βοσκοϊκανότητα και να καθοριστεί η βοσκοφόρτωση κάθε τόπου, όχι μόνο για την διασφάλιση της παραγωγής αλλά και την διατήρηση της βιοποικιλότητας. Θεωρώ ότι ήμουν τυχερός που είχα την ευκαιρία να συμμετέχω σε μια τέτοια πιλοτική μελέτη στον Γράμμο, συμμετέχοντας για την ανάλυση της βιοποικιλότητας. Σ’ αυτήν καθορίστηκαν λιβαδοπονικές μονάδες, εκτάσεις δηλαδή με ενιαία χαρακτηριστικά, υπολογίστηκε η βοσκοφόρτωση και τελικά η βοσκοϊκανότητα κάθε μονάδας και προτάθηκαν μέτρα αναδιάρθρωσης στις περιοχές όπου διαπιστώθηκε υπέρ ή υποβόσκηση. Σήμερα αυτού του τύπου οι προδιαγραφές των λιβαδοπονικών μελετών έχουν πλέον θεσμοθετηθεί από το Υπουργείο Γεωργίας. Αυτό έγινε περισσότερο υπό την πίεση των επιστημόνων. Αν εκπονηθούν και κυρίως υλοποιηθούν τα μέτρα που προτείνουν στο σύνολο της επικράτειας, τα προβλήματα υπερβόσκησης και υποβόσκησης θα πάψουν να υπάρχουν.

Γιατί όμως δεν προχωράει η πολιτεία σ΄ αυτήν την κατεύθυνση; Είναι η αδράνεια, η πολιτικάντικη λογική να μην δημιουργήσουμε προβλήματα και να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν και να εστιάσουμε κατά βάσει μόνο στις επιδοτήσεις και τις ψήφους που τις ακολουθούν. Είναι όμως και κάτι άλλο. Μπορεί να θέλουμε το ντόπιο ελληνικό αρνάκι και κατσικάκι, αλλά βλέπουμε τους βοσκούς αφ’ υψηλού. Δεν ταιριάζει με την «εκλεπτυσμένη» αισθητική των ανθρώπων των πόλεων. Μια χίπστερ υπεροπτική στάση βλέπει με περιφρόνηση τους κατοίκους της υπαίθρου και αυτό το ντύνει με μια «οικολογική» άποψη ότι πρέπει να σώσουμε την φύση από «τον αδηφάγο στόμαχο της αιγός». Τα γίδια και τα πρόβατα μας θυμίζουν άλλες εποχές και άλλες κουλτούρες που θέλουμε να τις ξεχάσουμε. Βλέπουμε την δουλειά του βοσκού σαν κάτι εξ ορισμού ταπεινό αλλά αναγκαίο για την διατροφή μας. Σαν μια καθυστερημένη τάξη αγροίκων που επιβεβαιώνουν την υπεροχή μας και συνεπώς δεν αξίζει να ασχοληθούμε. Οι σουηδέζες όμως που παντρεύτηκαν κρητικούς βοσκούς μάλλον είχαν άλλη άποψη…

Για να επανέλθουμε στην Σαμοθράκη θεωρούμε ότι είναι επιτακτικό να γίνει μια ουσιώδης παρέμβαση στο ζήτημα με μελέτες και σωστή οργάνωση της βόσκησης σαν μια από τις βασικότερες παραμέτρους για την διαχείριση του τοπίου και των χρήσεων γης στο νησί. Αν όμως υπάρχει ειλικρίνεια στην πρόθεση παραγωγικής ανασυγκρότησης και διατήρησης της φύσης, παρόμοια  παρέμβαση πρέπει να γίνει στο 44% των τοπίων της χώρας που χρησιμοποιούνται ως λιβάδια.

Δημήτρης Γ. Μπούσμπουρας

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη φ. 137, Οκτώβριος 2107