Το μουστάκι του γεροσκουφά

Το αρειμάνιο μουστάκι του γεροσκουφά δεσπόζει στην αφίσα για την 49η «Γιορτή των γερόντων». Ανάμεσα σε άλλους γέροντες, κοιτάζει αγέρωχος τον φακό του Μιχάλη που αποθανατίζει το πρώτο γλέντι των γερόντων. Πρώτος αυτός, ταπεινός και περήφανος μαζί, στο κέντρο πάντα του τραπεζιού, σε όλα τα επόμενα γλέντια, τα πρώτα χρόνια που όλοι μαζί τραγουδάνε κλέφτικα και τραγούδια της αγάπης. Πριν τα γλέντια να γίνουν θεσμός και ‘ρθούνε τα κλαρίνα και βάλει ο κόσμος τα καλά του, να κατέβει στην πλατεία.

Ο γεροσκουφάς, σήμερα, στην αφίσα.  Στις τζαμαρίες του Τζαβαλά και του Στουμπίρη. Κοιτάει την δημοσιά και τον πλάτανο. Βλέπει τον Σαγγάριο και ακούει τον λοχαγό του να τον ρωτάει «Πήγες Σπηλιόπουλε;» «Εδιάκα, κύριε λοχαγε». Αυτό το αρχαίο ελληνικό «εδιάκα», που δεν άρεσε στον λοχαγό και τον εκάθησε στα θρανία να μάθει την καθαρεύουσα.

Ο γεροσκουφάς, τηράει πέρα και θυμάται που ήταν παιδί. Βλέπει τους παππούδες του, ντυμένους με φουστανέλα, να διηγούνται τι κάνανε το ’21 όταν ήρθε το απόσπασμα του Ιμπραήμ, που το περιμένανε με τα καρυοφύλλια αμπαρωμένοι στην σπηλιά του Αγιώργη. Τους ακούει να τραγουδάνε «παν οι γερόντοι στον πασά» και τραγουδάει κι αυτός μαζί τους.

Βλέπω το τεράστιο οριζόντιο μουστάκι του και τον θυμάμαι να πηγαίνει στο Κουτσομύλι με το μουλάρι  του, τον περίφημο Λακαντρίτς, να ξαπλώνει στο ήλιο και να παίρνει έναν υπνάκο απάνου στο γιοφύρι. Η μάνα μου από κάτω, κτύπαγε τις κουρέλες με τον κόπανο, σε μια λούμπα, και τις άπλωσε στις πέτρες να στεγνώσουν. Όταν πέσαμε στο νερό, μας τις έβρεξε και μας έβαλε στο γιοφύρι να στεγνώσουμε,  δίπλα στον Σκουφά. Το μουστάκι του προκλητικό. Πήγαινα σιγά σιγά και του τράβαγα μια τρίχα, όταν πήγαινε να αρχίσει ένα ελαφρύ ροχαλητό. Ξύπναγε, με τήραγε και ξανάκλεινε τα μάτια. Ακόμα αναρωτιέμαι αν κοιμότανε πραγματικά ή έπαιζε μαζί μου…

Λίγα χρόνια μετά, ο γεροσκουφάς, με τον γερονταλιάνη, καθισμένοι στο τουράκι, λένε ιστορίες από την μικρασιατική εκστρατεία. Ο γεροσκουφάς με φωνάζει «έλα δω Κανελλάκο. Πάρε το πενηνταράκι και τράβα στου Ανάπηρου να πάρεις τσιγάρα». Αυτονόητο να κάνεις ένα θέλημα, άμα στο ζήταγε ένας γέρος, κι ας μην ήταν και συγγενής. «Πόσα τσιγάρα παππού;» «Όσα φτάνουν. Ξέρει ο Ανάπηρος».

Πάω να μπω στου Στουμπίρη, αργά το βράδυ. Τα παιδιά ξενυχτάνε στον Πλάτανο.  Τα μεγαλύτερα πίνουν ουίσκι. Από το γραφείο της κοινότητας ακούγεται το μαγνητόφωνο να παίζει σκυλάδικα. Ένα κινητό, πιο κάτω στην πλατεία, παίζει χιπ χιπ. Ο γεροσκουφάς, στην αφίσα μου λέει «Κανελάκο, παιδί μου, φέρε κι έναν άσσο άφιλτρο και για μας τα γερόντια». Πάω, του φέρνω ένα πακέτο. Κάθομαι στην παρέα τους, του βάζω κρασί στο ποτήρι και τραγουδάμε «ώρε, βγήκεν ο ήλιος κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο, κι λαμπερός, παιδιά μ’, Αυγερινός δεν πάει να βασιλέψει». Μεθαύριο θα είναι το γλέντι των γερόντων.

20/8/2015

Κανέλλος Κουτσομύλης

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Λευκοχώρι